~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Αγγελική Σπαθαράκη, Οδυσσέας Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Πάρης Αϊβαλής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Από την ποιήτρια Ελένη Τέγου για την Εθελόντρια Γυναίκα

          ΠΟΙΗΣΗ          

Η ποιήτρια Ελένη Τέγου εκφραστική και με ωραίο ποιητικό ύφος έγραψε τούς παραπάνω στίχους
για να τιμήσει την Εθελόντρια Γυναίκα που με πάθος και ανιδιοτέλεια επιτελλεί το σημαντικό αυτό
έργο αβίαστα και με προσωπική επιλογή.
Στίχοι δυνατοί με το πάθος της δημιουργού να περισσεύει συναισθηματικά και επι προσωπικού
διότι και η ίδια ποιήτρια ανήκει σε αυτές τις Γυναίκες που τα δίνουν όλα για τους άλλους που έχουν
ανάγκη. Φωτεινό παράδειγμα η ίδια μπόρεσε να περάσει προσωπικές αλήθειες χωρίς φόβο και πάθος
σε μία λαμπερή πνευματική ποιητική απόδοση με υψηλό τον δείκτη αυτοδιάθεσης.
Μία σημαντική βραβευμένη ποιήτρια σε ένα προσωπικό μήνυμα εθελοντισμού.
Μάγδα Μυστικού
Εικαστικός Συντάκτης
Δημοσιογράφος ΕΔΣΤΕ - FIGET
~~~~~~~~~~~~~

Για  την ημέρα της Γυναίκας

Γυναίκα  Εθελόντρια


Στο δέντρο της ζωής χάραξες θαρρετά τη θέλησή σου
έκανες την πράξη
τραγούδι χαράς,
στήριξες τους ανήμπορους
μη σταματάς.

Η πηγούλα της ζωής σου
δέθηκε γερά μαζί τους
γίνηκε μεγάλη λίμνη
να δροσίσει την ψυχή τους.
Τους κοιτάς με στοργή
βοηθάς, χαμογελάς
δεν ζητάς ανταμοιβή.

Βρίσκουν την τόλμη να σου πουν
το χέρι να τους δώσεις
σφραγίδα δωρεάς γι’ αυτούς
ποτέ μην τους προδώσεις.
Σπινθήρα ζωής να σε πω
χαράς ξεχείλισμα και λάμψη το βράδυ;
αλκυονίδα μέρα συ με διάφανο φως
που διώχνεις μακριά το σκοτάδι.

Παράθυρο στον ήλιο της προσφοράς
είναι δύσκολος ο δρόμος μα συ προχωράς
να βρεις ψωμί, να δώσεις χαρά
στο γέρο, στον ανάπηρο και σ’ όποιον στην ζητά
Όσο δουλεύεις τόσο νικάς, πυλώνας αγάπης, είσαι μη σταματάς.


Ελένη  Τέγου
Κοινωνική Λειτουργός - Εθελόντρια - Συγγραφέας
Μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος
και της Αμφικτυονίας  Ελληνισμού Θεσσαλονίκης
  
 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Κουράγιο  Ελλάδα

Ελλάδα μας, ξεχωριστό λουλούδι μοσχομύριστο.
Κοπέλα λυγερόκορμη με δακτυλίδι μέση.
Σου έδωσαν χρυσό μαντήλι και σταυρό
σε παρθενόκρινο λαιμό για να φορέσεις.

Πίστεψες τα πλανεμένα λόγια της Ευρώπης.
Ο χορός των παροχών και υποσχέσεων καλά κρατούσε.
Από απλή κόρη φιλοσόφων, ποιητών, δασκάλων
που με σοφία σε ανάθρεψαν
μετάλλαξη αρχών και πεποιθήσεων ζητούσες.

Για σένα Ελλάδα ξακουστή
στα πέρατα της οικουμένης για σένα συζητούσαν
γι αυτό σε πλάνεψαν με παροχές.
Σου πρόσφεραν ζωή ασύδωτη
σ’ οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού και τοκοχρεωλύσια ζητούσαν.

Οι άνθρωποι που πίστεψαν σε σένα πάγωσαν.
Ήρθαν οι πλανευτές και σε μια νύχτα άρπαξαν το βιός τους.
Σε μαύρη απελπισία επέσανε, τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια τους.
Ο κόσμος χάθηκε σάμπως να μην ήτανε δικός τους.

Και τώρα κόρη , αλυσοδεμένη σέρνεσαι
Στα σαθρά σκαλοπάτια της μάγισσας που λέγεται Ευρώπη.

Βαρύ και ασήκωτο σταυρό σε φόρτωσε
και κυνηγώντας τα παιδιά σου
τα εκτόπισαν, καταλογίζοντας ότι το σφάλμα ήταν δικό σου.



Ελένη  Τέγου
Κοινωνική Λειτουργός - Εθελόντρια - Συγγραφέας
Μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος

και της Αμφικτυονίας  Ελληνισμού Θεσσαλονίκης 

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Έφυγε ο ποιητής Κώστας Π. Πανόπουλος από το Λεβίδι

Καλό σου ταξίδι αγαπητέ φίλε και εκλεκτέ συμπατριώτη μας Κώστα Πανόπουλε...

 Κώστας Π. Πανόπουλος 





Ο Κώστας Π. Πανόπουλος καταγόμενος από το Πράσινο της Γορτυνίας, γεννήθηκε στο Λεβίδι Αρκαδίας, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και αργότερα συνέχισε σπουδές στη Νομική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου. Υπηρέτησε ως φιλόλογος καθηγητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως σχολικός σύμβουλος φιλολόγων στους νομούς Ηλείας, Αχαΐας και Αρκαδίας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ποίηση και το δοκίμιο. 
Γιατί, εκτός από τις επιστημονικές του εργασίες έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Δειλές Ώρες" 1961, "Χρησμολογίες" 1986, "Το μυστικό του Ανταίου" 1997, "Αρκαδικά Σύμμεικτα" 2004, "Αρκαδισμός" 2004 και έχει μεταφράσει αισθητικά το "Άσμα ασμάτων" της Παλαιάς Διαθήκης. Έχει ακόμα συγγράψει σειρά από άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες των Αθηνών και της Επαρχίας. 
Υπήρξε και συνεργάτης της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" προ εικοσαετίαςΣκαλίζοντας την μνήμη μας τον θυμόμαστε να έρχεται στα γραφεία της εφημερίδας στην οδό Αριστείδου στην πλατεία Κλαυθμώνος την δεκαετία του 1990, και να συζητάμε ώρες  για την αγαπημένη μας Αρκαδία, για ποίηση αλλά και για θέματα παιδείας που τα ζούσε από μέσα ως σχολικός σύμβουλος φιλολόγων. 
Χρημάτισε διευθυντής σύνταξης του περιοδικού "Πολιτιστική Πράξη". 
Έφυγε στα 77 του χρόνια. 
Καλό σου ταξίδι αγαπητέ φίλε και εκλεκτέ συμπατριώτη μας Κώστα.

~~~~~~~~~~~~~



"Αρκαδισμός"
 Κώστας Π. Πανόπουλος

 Σελίδες: 100


Ο Αρκαδισμός περισσότερο γνωστός στην Ιστορία της Τέχνης ως “Αρκαδία” γεννήθηκε στην Ιταλία και εξακτινώθηκε σε όλη την Ευρώπη επηρεάζοντας την Τέχνη και ιδιαίτερα τη Λογοτεχνία. Είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα φυγής από τα δεινά της αστικής κοινωνίας στη μακαρία ζωή των ποιμένων της Αρκαδίας. Είναι μια ιδανική πολιτεία που συνέλαβαν οι Αρκαδικοί ποιητές, ένας τόπος εφησυχασμού και αναζήτησης μιας ήρεμης ζωής αδιάφορο αν αναζητούσαν έναν κόσμο εξωπραγματικό, έναν κόσμο ουτοπίας.

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Ο Ε. Κακναβάτος είναι ίσως ο πιο πολιτικός από τους Υπερρεαλιστές ποιητής.

  ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ  

Vincent van Gogh

~~~~~~~~~~~~~

Έκτωρ Κακναβάτος

Εργοβιογραφικά στοιχεία
Ο Έκτωρ Κακναβάτος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1920, με ρίζες νησιωτικές και από τους δυο γονείς του (Κεφαλονιά). Σπούδασε μαθηματικά και εργάστηκε ως μαθηματικός στη Β/θμια εκπαίδευση. Μελετάει ό,τι έχει σχέση με τα Μαθηματικά, την Πυρηνική Φυσική και ιδιαίτερα τη θεωρία του Χάους. Του αρέσει η Ιστορία, η Φιλοσοφία, η αρχαία ελληνική ποίηση (Όμηρος, Πίνδαρος), η βυζαντινή (Ρωμανός ο Μελωδός, τροπάριο της Κασσιανής) και το δημοτικό τραγούδι. Θαυμάζει την αντοχή της γλώσσας στα χρόνια της Ενετοκρατίας και της Φραγκοκρατίας και στα ενδιαφέροντά του εντάσσεται η μουσική και η ζωγραφική. Στην ποίησή του συνομιλεί με τους: Κάλβο, Καβάφη, Ελύτη, Σολωμό, Καρούζο, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Παπαδίτσα, Παλαμά, Eliot. Από το έργο του αναδύεται ένας ποιητής περήφανος, θυελλώδης, καινοτόμος, ανήσυχος και γλωσσοπλάστης. Ο Έκτωρ Κακναβάτος μπήκε στην αντίσταση, εξορίστηκε και απολύθηκε το 1949. Δεν μπόρεσε να διοριστεί στην εκπαίδευση για λόγους πολιτικών φρονημάτων γι’ αυτό εργάστηκε σε φροντιστήρια και στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Ήδη το 1943 έχει δώσει το ποιητικό του παρόν με την πρώτη ποιητική συλλογή, τη Fuga, που ο μουσικός της τίτλος σημαίνει φυγή. Ο Ε. Κακναβάτος και ο Δ. Παπαδίτσας εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στα ελληνικά γράμματα το 1943, με τη συλλογή Fuga, ο πρώτος, και Το Φρέαρ με τις Φόρμιγγες, ο δεύτερος.
Όλο το corpus της ποίησης του Ε. Κακναβάτου από το 1943 έως 1987 έχει συγκεντρωθεί σε δύο τόμους με τίτλο Ποιήματα (1990). Έτσι ενώ μετά τη Fuga, ακολουθεί εκδοτική σιωπή, δε συμβαίνει το ίδιο και στην ποιητική έμπνευση και δημιουργία, όπως φαίνεται από τις παρακάτω συλλογές: Fuga (1943), Διασπορά (1961), Η Κλίμακα του Λίθου (1964), Τετραψήφιο (1971), Τετραψήφιο με την ΄Εβδομη Χορδή (1972), Διήγηση (1974), Οδός Λαιστρυγόνων (1978), Ανάστιξη του Θρύλου για τα Νεφρά της Πολιτείας (1981), Τα Μαχαίρια της Κίρκης (1981), In Perpetuum (1983 - Κρατικό βραβείο ποίησης 1984), Κιβώτιο Ταχυτήτων (1987), Οιακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός (1996), Χαοτικά Ι (1997), Ακαρεί (2001), Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες (2001), Βραχέα και Μακρά (2005), Στα πρόσω ιαχής (2005), Το κλαρίνο ή Σαφάρι στο verso του πραγματικού (2005) κ.ά.


Η κριτική για το έργο του

«Είναι πολύ πιθανό η λέξη (Fuga), να συνοψίζει την αγωνία του ποιητή για μια έξοδο από την κόλαση της ιστορικής πραγματικότητας την οποία βιώνει. Τα ποιήματα είναι ερωτικά. Και είναι και αυτή μια αντίσταση, γιατί ο έρωτας ως αορτή της ζωής αντιπαρατίθεται στο μακελειό του πολέμου».
(Γιολάντα Πέγκλη, “Ο Ε. Κακναβάτος ως στίλβον ποδήλατο”, Μανδραγόρας, 5, Αθήνα, 2004, σελ. 21)

«Στα Μαχαίρια της Κίρκης το τρίπτυχο ποίηση, έρωτας, πραγματικότητα δεν αλλάζει, εμφανίζεται η σιωπή δυνάμει δημιουργός, στο ποίημα “άφωνο” […] Ο Ε. Κακναβάτος είναι ίσως ο πιο πολιτικός από τους Υπερρεαλιστές ποιητής».
(Ελένη Νικολάκη “Ε. Κακναβάτος: Λόγος και Σιωπή”, Αφιέρωμα στον Ε.Κ., Πόρφυρας, 104, 2002, σελ. 195)

«[…] οι ποιητές απελευθερώνονται με τη στάση τους απέναντι στους προγενέστερους ποιητές και μας απελευθερώνουν διδάσκοντάς μας αυτή τη στάση, τη θέση της ελευθερίας […]. Ελευθερία στο ποίημα πρέπει να σημαίνει ελευθερία νοήματος, ενός ιδιαιτέρου ατομικού νοήματος […]. Είναι γεγονός ότι η γλώσσα στην ποίηση του Ε. Κακναβάτου και ο επικοινωνιακός του λόγος δημιουργούν μια αίσθηση γλωσσικής ανθοφορίας. Αυτή η γλώσσα λειτουργεί σε πολλά επίπεδα και βγαίνει δυνατή και ζωντανή μέσα από την ποιητική γονιμοποίηση καθώς ο υπερρεαλιστής ποιητής αναζητάει να προσεγγίσει “το μηδέν και το άπειρο”».
(Συνέντευξη του Ε. Κακναβάτου στον Κ. Κρεμμύδα, Μανδραγόρας, 5, 2004, σελ. 15)

«Ο Σάββας Μιχαήλ σχολιάζοντας την ποίηση του Ε. Κακναβάτου αναρωτιέται “μήπως”, όπως αναστάτωσε τα Μαθηματικά η θεωρία του απείρου από τον Καντόρ, τα υποχρέωσε να επανατοποθετούν τα θεμέλιά τους αναλόγως με τον επακριβή καθορισμό του status του πραγματικού απείρου. Μήπως, από την άλλη, δεν ήταν ο Υπερρεαλισμός που ενεργοποίησε ένα απειροσύνολο συναρτήσεων με πεδίο ορισμού το παφλάζον ασυνείδητο και με τιμές στους ανοιχτούς ορίζοντες του συνειδητού»;
(Χρ. Αργυροπούλου, Η Γλώσσα στην ποίηση του Ε. Κακναβάτου, Τυπωθήτω-Γ. Δαρδανός, Αθήνα, 2003, σελ. 41)

«Η ποίηση είναι η δυνατότητα υπέρβασης των όποιων ανασταλτικών κωδίκων που αγκυλώνουν την άρθρωσή μας, άρθρωση που αυτονομείται κάτω απ’ την ώθηση της μη έλλογης αποκάλυψης των διαστάσεων του όντος [...]. Στην ποίηση η λέξη δεν νομιμοποιείται ως όχημα μεταφοράς υλικού, αλλά οντοποιείται ως περιοχή εκπομπής ενέργειας, ως προκύπτει από το πυρηνικό της περιεχόμενο (φωνητικό, εννοιολογικό, ακόμα και γραφιστικό)[...].
Ο λόγος αυτονομείται ανοίγοντας απρόβλεπτες πύλες προς μια διευρυμένη πραγματικότητα, όπου πρωταγωνιστεί η φαντασία με διαρκείς αναδιατάξεις των πραγμάτων, πράγμα που τεκμηριώνει τις δυνατότητες της γλώσσας».
(Ε. Κακναβάτος, Ελίτροχος, 1, 1994, σελ. 9, 11)

«Με τους αφορισμούς του Κακναβάτου συμβαίνει στην ελληνική γλώσσα κάτι που έχει να συμβεί από το Μονολεκτισμοί και Ολιγόλεκτα (1980) του Καρούζου ή το μεταθανάτιο Εκ του πλησίον (1998) του Ελύτη- ας μην περιμένουμε τόσο για να αναγνωρίσουμε στον Κακναβάτο τη θέση που του αξίζει στα γράμματά μας […]. Λέω ότι το βιβλίο αυτό (Στα πρόσω ιαχής) του Κακναβάτου είναι λυδία λίθος για τη συνολική εκτίμηση του ποιητικού φαινομένου στην Ελλάδα σήμερα».
(Γ. Βέλτσος, “Ο Μέγιστος Ύφαλος”, Εντευκτήριο, 70, 2005, σελ. 55)

«Ο κόσμος που αναδύεται από την ποίηση του Κακναβάτου κρατάει την υλικότητά του χωρίς να ελαττώνονται οι διαστάσεις του από μια μεροληπτική επιλογή. Ο ποιητής αυτός είναι ίσως ο πιο ακραιφνής υπερρεαλιστής της γενιάς αυτής. Η γραφή του στηρίζεται σημαντικά στην ακουστική των λέξεων, παραμένοντας στη γραμμή των πιο ριζοσπαστικών του κινήματος».
(Αλ. Αργυρίου, Διαδοχικές Αναγνώσεις Ελλήνων Υπερρεαλιστών, Γνώση, Αθήνα, 1985, σελ. 239)
Κωνσταντίνος Μάντης | Εκτορας Κακναβάτος 
περισσότερα στο: http://latistor.blogspot.com/2010/06/blog-post_8398.html#ixzz3ReOpHvSa

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Προς την μητέρα μου (1873)

Δημήτρης Τζανακάκης
ΡΕΘΥΜΝΟ



Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.
Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽ ὅπου κι ἂν περάσει,
δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.
Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένη 

μέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽ ἀφρισμένη,
παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι
κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.
Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽ ἀράξω
μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.
Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω
τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽ ἀγναντέψω.
Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω
κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.
Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου
ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο
εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη
π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.
Κι ἐκείνη μ᾽ ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη:
Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ γεννήθης
ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες
ὄντας σὲ ἒπλασ᾽ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἄλλες μοῖρες. 


Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης: 
Προς την μητέρα μου (1873) 
---
-/- Μνήμη της μάννας μου, Σακτούρια 9 Φλεβάρη 2008
κι ήταν και τότε φριχτά παγωμένες οι μέρες κι οι νύχτες...-/-

Δ.Τζ.