~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Φίλιππος Νικολόπουλος, Οδυσσέας Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Πάρης Αϊβαλής, Πάνος Πάνου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Έξι χρόνια στο Παρίσι

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ '45·

(1918 - 1924) Αυτά ήταν τα χρόνια του Παρισιού. Έξι γεμάτα χρόνια. Το ελληνικό φοιτητικό περιοδικό “Βωμός” ήταν ένα ελληνικό αγκυροβόλιο μέσα στη φορτωμένη γαλλική κουλτούρα μέρα μου. Μια διάλεξη για τον Ζαν Μορεάς καθώς μετάφραση από Eluard και Verlaine με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης.

Ελληνικό καφενείο - Νεαρός που αναπολεί πίνοντας τσίπουρο



Βόλτες στα μπιστρό και στις ανηφοριές της Μονμάρτρης. Τότε το αψέντι σερβίρονταν σε όλα τα καφέ. Δεν είναι παραισθησιογόνο όπως νομίζουν πολλοί. Λίγο σου ανεβάζει τη διάθεση - με μια μυρωδιά πολύ έντονη γλυκάνισου. Οι σπουδές στη νομική ανιαρές όπως και η βροχή που συνέχεια έπεφτε στο τζάμι μου. 
Βόλτες στα παλαιοπωλεία - ειδικά στα είδη κιγκαλερίας - έψαχνα από τότε για ένα ρόπτρο - κάτι σαν εκείνο που είχαμε στο σπίτι μας στη Σμύρνη, στα Βουρλά. Θα το στερέωνα στην πόρτα του φοιτητικού μου δωματίου. Θα ‘ταν ωραίο στολίδι αλλά και πρακτικό γιατί στο δωμάτιο μου στην πανσιόν, δεν είχε κουδούνι και οι γάλλοι φίλοι μου με ξεκούφαιναν με τις φωνές τους σαν μου χτυπούσαν - όπως σήμερα που ήρθε η παρέα: Allo Georges leve toi! Il y a du soleil aujourd'hui, on va se promener au bois de Luxembourg!
Μετά από χρόνια πολλά, ξανά στο Παρίσι με τη Μαρώ. Σα να μην είχε περάσει ο καιρός. Όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει και οι Γάλλοι το ίδιο φωνακλάδες και καλοφαγάδες. Και τότε η βροχή έπεφτε στα τζάμια όπου και να βρισκόμασταν. Πλήξη να την κόβεις με το μαχαίρι.

____________
ΠΗΓΗ

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Γεώργιος Σουρής: «Φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα»!

Ενημερώσεις

Γεώργιος Σουρής: «Φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα»! //
[Σαν σήμερα, 26 Αυγούστου 1919, έφυγε από τη ζωή ο σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Σουρής (1853- 1919).]


>| «…Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει / στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα / μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει /φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα / του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα / και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα…».

Σαν σήμερα, 26 Αυγούστου 1919, έφυγε από τη ζωή ο σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Σουρής (1853- 1919). Η εβδομαδιαία εφημερίδα «Ο Ρωμηός», που εξέδιδε, τον έκανε γνωστό και άφησε εποχή με τα σατιρικά του ποιήματα.
Η εφημερίδα «Ρωμηός» για πολλά χρόνια (1883 -1918), με μια μικρή διακοπή το πρώτο διάστημα, διαβαζόταν ασταμάτητα και οι απολαυστικοί στίχοι του Σουρή, που έθιγαν κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ήταν είδηση, κάθε εβδομάδα.
O Σουρής έγραψε, επίσης, έμμετρες κωμωδίες και ημερολόγια. Ο Σουρής είχε συνεργαστεί με σατιρικές εφημερίδες της εποχής («Ασμοδαίος» του Εμμανουήλ Ροΐδη, «Μη χάνεσαι!» του Βλάσση Γαβριηλίδη, «Ραμπαγάς» του Κλεάνθη Τριανταφύλλου.
Αξίζει να σημειωθεί πως υπάρχει μετάφραση του Σουρή για τις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Μάλιστα, ο Σουρής χαρακτηρίστηκε και ως ο «νέος Αριστοφάνης».
Ακολουθεί το σατιρικό ποίημα του Γεώργιου Σουρή, «Οι φόροι»:
Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,
ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα
σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι
κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα
Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει
βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.
Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει
στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα
μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει
φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα
του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα
και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.
Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει
ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει
χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ’ εμάς το σκυλολόγι
κι εμείς θα
σας γνωρίζουμε γι’ αυτό ευγνωμοσύνη.
Τέτοιοι χωριάτες που ‘μαστε αντέχουμε εις όλα
και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.
Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι
και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι
Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι
και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι
Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη
κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.
Μ’ αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει
τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία
Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει
γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία
Φτώχεια και πλούτος – ζήτημα του καθενός αιώνος:
Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος
Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει
για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά
Εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει
χωρίς ν’ αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά
Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος
Πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος – μάρτυς – ήρως

__________
Βίντεο:
ΦΟΡΟΙ ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ - ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΑΚΗΣ ΜΠΟΥΓΑΣ
https://www.youtube.com/watch?v=_KcEyNjEbHI
____________
http://www.imerodromos.gr/gewrgios-sourhs/

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Γκόλφω, Βουκολικό δράμα του Σπυρίδωνος Περεσιάδου





Βουκολικό δράμα του Σπυρίδωνος Περεσιάδου, ένα από τα εμβληματικά έργα του νεοελληνικού θεάτρου και αρχέτυπο του εγχώριου μελοδραματισμού. Αναφέρεται σ' ένα προδομένο έρωτα με τραγική κατάληξη, που εκτυλίσσεται σ' ένα ορεινό ελληνικό χωριό του 19ου αιώνα.

Η φτωχή και ορφανή Γκόλφω, μια όμορφη νεαρή βοσκοπούλα που ξενοδουλεύει υπηρετώντας τον τσέλιγκα Ζήση, γνωρίζει τον έρωτα στα μάτια ενός παλικαριού της περιοχής, του βοσκού Τάσου. Κι ενώ την πολιορκεί το αρχοντόπουλο της περιοχής, ο Κίτσος, εκείνη αρνείται τις προτάσεις του και παραμένει πιστή στους όρκους αγάπης που έχει ανταλλάξει με τον Τάσο. Οι δύο νέοι αρραβωνιάζονται και ετοιμάζονται να παντρευτούν, όταν ο Τάσος δέχεται πιεστικά προξενιά για την εξαδέλφη του Κίτσου και κόρη του τσέλιγκα, Σταυρούλα. Παρά την αρχική του άρνηση, ο Τάσος τελικά δελεάζεται από τη μεγάλη προίκα της Σταυρούλας και διώχνει την Γκόλφω. Η νεαρή κοπέλα απελπίζεται, χάνει τα λογικά της και καταριέται τον Τάσο. Λίγο πριν από τον γάμο τους, η παραλογισμένη πια Γκόλφω σηκώνει την κατάρα και τους εύχεται κάθε ευτυχία. Ο Τάσος κλονίζεται από το μεγαλείο του έρωτά της, αλλάζει γνώμη και τρέχει στο κατόπι της, είναι όμως αργά. Η Γκόλφω έχει φαρμακωθεί και ξεψυχά στα χέρια του. Ο Τάσος αυτοκτονεί στο πλευρό της.

Το έργο («δράμα ειδυλλιακόν» το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του) ολοκληρώθηκε στις 23 Αυγούστου 1893 από τον σχεδόν τυφλό Σπυρίδωνα Περεσιάδη (1854-1918) και παρουσιάσθηκε λίγες ημέρες αργότερα σε πανελλήνια πρώτη από ερασιτεχνικό θίασο στην Ακράτα, υπό την επίβλεψη του συγγραφέα, που είχε ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα ως δημόσιος υπάλληλος. Η φήμη του έργου γρήγορα ξεπέρασε τα στενά όρια της Αιγιαλείας και στις 10 Αυγούστου 1894 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα από τον θίασο Πρόοδος του Δημήτρη Κοτοπούλη στο θέατρο Παράδεισος. Την «Γκόλφω» υποδύθηκε η Βασιλεία Στεφάνου και τον «Τάσο» ο Θεοδόσης Πετάλας. Στις 26 Ιανουαρίου 1913 ανέβηκε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Εδέμ, από τον Εθνικό Δραματικό Θίασο και συνδυάστηκε με την παρουσία στη συμπρωτεύουσα του νικητή των Βαλκανικών Πολέμων, πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η Γκόλφω γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στο εξωτερικό, σε πόλεις με έντονο ελληνικό στοιχείο (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Οδησσό, Παρίσι). Τέτοια ήταν η απήχησή του έργου στο λαϊκό κοινό, ώστε να αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις ασφαλές σωσίβιο για τους περιοδεύοντες θιάσους στην ελληνική επαρχία («μπουλούκια»), που τους εξασφάλιζε σχεδόν πάντα θεατές.

Το καλοκαίρι του 1967 η Γκόλφω επανήλθε στο προσκήνιο, μέσα από την παράσταση του Λαϊκού Θεάτρου του Μάνου Κατράκη στο Πεδίο του Άρεως. Το καλοκαίρι του 1974 στο Άλσος Παγκρατίου παρουσιάσθηκε μια ανατρεπτική διασκευή της Γκόλφως, με τίτλο Μια ζωή Γκόλφω από το Ελεύθερο Θέατρο, ένα νεανικό θίασο που έφερε νέο αέρα στο ελληνικό θέατρο στα χρόνια της χούντας. Μια ακόμη διασκευή με τίτλο Goλfω Forever! ανέβηκε το 2004 από τη θεατρική εταιρεία Χώρος.
Η Γκόλφω μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο δύο φορές. Το 1914 από τον σμυρνιό σκηνοθέτη και παραγωγό Κώστα Μπαχατώρη, με την Ολυμπία Δαμάσκου και τον Ζάχο Θάνο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο Μπαχατώρης ξόδεψε 100.000 δραχμές για τη βουβή Γκόλφω, που θεωρείται η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1915 στην Αθήνα.
Στις 28 Μαρτίου 1955 η Γκόλφω εμφανίστηκε για δεύτερη φορά στη μεγάλη οθόνη, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Νίκο Καζή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Έκοψε 115.285 εισιτήρια και κατατάχθηκε στην 3η θέση του καταλόγου με τις πιο εμπορικές ταινίες της χρονιάς. Η Γκόλφω του Λάσκου σηματοδότησε τη μόδα των «ταινιών-φουστανέλας», οι περισσότερες πολύ χαμηλής ποιότητας. Η Γκόλφω έχει την τιμητική της και στην κορυφαία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου Ο Θίασος (1975). Συμβάλλει στην εξέλιξη του μύθου, καθώς παρουσιάζεται από ένα θεατρικό μπουλούκι.

Τάσος
Γκόλφω
Αγωγιάτης
Κίτσος
Γιάννος
Αστέρω
Θανάσαινα
Δήμος
Γιαννούλα
Σταυρούλα
Βοσκοπούλα
Βοσκοπούλα
Ζήσαινα
Γεωργούλα

___________________

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

"Μια εργάσιμη Κυριακή ή μια συνεχόμενη μάχη", του Οδυσσέα Αϊβαλή κ.ά. δημοσιεύματα...



Μια εργάσιμη Κυριακή ή μια συνεχόμενη μάχη, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Κλείνει το ξυπνητήρι και πάει να φτιάξει καφέ. Ντύνεται γρήγορα, φοράει τα ακουστικά και βγαίνει στο δρόμο για το μετρό. Αυτή η Κυριακή μοιάζει με Δευτέρα. Κυριακή σήμαινε μέχρι τώρα για κείνη να ξυπνά χωρίς ξυπνητήρι, να χαζεύει τον κόσμο από το μπαλκόνι. Βόλτες, φίλοι, μυρωδιές φαγητού στο φούρνο. Σήμερα όμως σημαίνει άλλες οχτώ ώρες όρθια ... Διαβάστε περισσότερα

Οι επισφαλείς μορφές εργασίας ως τεχνική εξουσίας, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Οι τεχνικές εξουσίας παραμένουν αναγκαίες για την ένταξη της εργατικής δύναμης στην παραγωγική διαδικασία. Η πολιτική τεχνολογία του σώματος βασίζεται στις σχέσεις παραγωγής και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Το Κράτος εξατομικεύει τα καπιταλιστικά σώματα μέσα από τεχνικές προκειμένου να διαμορφώσει και να καθυποτάξει το πολιτικό σώμα (Πουλαντζάς, 2008:95). Προκειμένου, τέλος, να αναπαραχθεί η εργασιακή ... Διαβάστε περισσότερα

Η αποδόμηση του γερμανικού εργασιακού θαύματος και, μαζί, των εθνοκεντρικών αφηγήσεων, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Η εργασία του Κλάους Ντέρε για το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ «Το γερμανικό εργασιακό θαύμα – Μοντέλο για την Ευρώπη;» είναι επίκαιρη και χρήσιμη – μεταξύ άλλων γιατί δείχνει τα όρια της αντιγερμανικής ρητορικής και της αντίληψης της πολιτικής ως αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Σε λίγες σελίδες αναλύει το «θαύμα» του γερμανικού καπιταλισμού, το οποίο ...Διαβάστε περισσότερα

Η ανεργία ως κανονικότητα – ή και όχι, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Η τριμηνιαία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  για την απασχόληση στην Ελλάδα για το δεύτερο τρίμηνο του 2014 επιβεβαιώνει ότι η μακροχρόνια ανεργία έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, με αυξητικές τάσεις για το μέλλον. Το πρώτο τρίμηνο του 2014, η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα αυξήθηκε στο 19,6% του ενεργού πληθυσμού. Η Επιτροπή αναφέρει ότι το κατά ... Διαβάστε περισσότερα

Fight for 15$: Για την απεργία των εργαζόμενων σε fast food στις ΗΠΑ, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Στις 4 Σεπτέμβρη οι εργαζόμενοι των fast food σε 150 πόλεις των ΗΠΑ έκαναν απεργία με βασικό αίτημα την αύξηση της αμοιβής σε 15 δολάρια την ώρα. Όμως, εκτός από την αύξηση του μισθού τους, οι εργαζόμενοι στις αλυσίδες McDonald 's, Burger King, Wendy και σε άλλα μεγάλα εστιατόρια fast food, διεκδικούν και το δικαίωμα ... Διαβάστε περισσότερα

Η επισφαλής εργασία στην τοπική αυτοδιοίκηση, του Οδυσσέα Αϊβαλή

Του Οδυσσέα Αϊβαλή Όλες σχεδόν οι εξελίξεις στο εργατικό δίκαιο χαρακτηρίζονται από νομοθετικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ευελιξίας. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η εφαρμογή ευέλικτων μορφών εργασίας είναι ο κανόνας – και ισχύει για όλες τις χώρες, και τις οικονομικά ισχυρές της Ευρωπαϊκής Ένωσης: οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις αποτελούν παντού το βέλτιστο ...Διαβάστε περισσότερα

Αυταρχικός κρατισμός @2014

του Οδυσσέα Αϊβαλή Οι αυταρχικές αντιδράσεις της αστυνομίας απέναντι σε κάθε μορφή αντίστασης δείχνουν την αδυναμία απόσπασης της κοινωνικής συναίνεσης στη συνέχιση του μνημονιακού προγράμματος. Ο μόνος τρόπος επιβολής της κυβερνητικής πολιτικής στους εκμεταλευόμενους είναι η καταστολή, ο εκφοβισμός, η στρατηγική της έντασης και ο περιορισμός των δικαιωμάτων. Ο αυταρχικός κρατισμός με την κλιμάκωση της καταστολής ...Διαβάστε περισσότερα

Δουλεύεις και η τύχη σου κοιμάται

του Οδυσσέα Αϊβαλή Πριν από λίγες μέρες οι εργαζόμενοι στην Pizza Fan έβγαλαν μια ανακοίνωση στην οποία περιγράφουν τις συνθήκες εργασίας, με αφορμή το τροχαίο ενός διανομέα και την αντίδραση της υπεύθυνης του καταστήματος. Το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν αν χάλασαν οι πίτσες και το δεύτερο ζήτημα ήταν να μη καταγραφεί ως εργατικό ατύχημα. Πριν ... Διαβάστε περισσότερα


Διαδικτυακό περιοδικό για την πολιτική, την Αριστερά, τον πολιτισμό.



 *Μεγάλωσε και ζει στο Κουκάκι. Αποφοίτησε από το Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Με μεταπτυχιακό  "Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας" στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τον Δεκέμβρη του 2008 συμμετέχει σε αντιφασιστικά κινήματα, σε κινήματα γειτονιάς και σε συλλογικότητες επισφαλώς εργαζομένων. Ήταν μέλος της Νεολαίας Συνασπισμού στο Ρέθυμνο και στους νέους εκπαιδευτικούς. Ήταν μέλος της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Κουκακίου Πλάκας και της Λαϊκής Συνέλευσης Κουκακίου - Πλάκας. Αρθρογραφεί στο Red notebook  και συμμετέχει στο δίκτυο μαθημάτων αλληλεγγύης tutorpool.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

-Με θυμάστε, κύριε; Είμαι η Ελευθερία!!!

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ !!!

Ζέστη απόψε στη Σπάρτη. Είπα να βγω για λίγη δροσιά . Πήγα στην πλατεία . Κάθισα σε ένα μαγαζί . Παράγγειλα . Η κοπελίτσα που ήρθε να με σερβίρει άφησε το δίσκο και...
-Με θυμάστε, κύριε; Είμαι η Ελευθερία ...
Ναί! Ήταν η Ελευθερία. Μαθήτριά μου σ' ένα ορεινό μονό/θέσιο πριν από πολλά χρόνια . Καλή μαθήτρια, εξαιρετικός χαρακτήρας ΚΑΙ αυτή ΚΑΙ τα δυο της αδέρφια . 
-Θέλουμε να σπουδάσουμε, κύριε, μου έλεγαν στα τρυφερά εκείνα χρόνια τους .Και σπούδασαν ΚΑΙ τα τρία αδέρφια . Με θυσίες των γονιών τους. Βιοπαλαιστές της αγροτιάς . Και πήραν καλά πτυχία . Και πάσχισαν να φτιάξουν τις ζωές τους . Κι έπεσαν πάνω στον Γολγοθά των μνημονίων και σταυρώθηκαν από τους σταυρωτήδες.
-Δοκίμασα να κάνω μια δική μου δουλειά, αλλά δεν μπορούσε να πάει καλά , και τώρα... εδώ . Και τα αδέρφια μου το ίδιο... συμπλήρωσε η Ελευθερία, η παλιά μου μαθήτρια στο ορεινό 1/θέσιο, που τα 'παιρνε τα γράμματα και ήθελε να σπουδάσει, και σπούδασε , αλλά κάποιοι της έφραξαν το δρόμο της ζωής, και τα ματάκια της πήγαν να βουρκώσουν .
ΜΟΝΟ οι γονείς μπορούν να νιώσουν μεγαλύτερη πίκρα από τους δασκάλους για τα παιδιά αυτά, τα παιδιά Μας, που πέταξαν ψηλά για να αγγίξουν τον ήλιο, αλλά κάποιοι επώνυμοι που τώρα παριστάνουν τους σωτήρες τα πυροβόλησαν πάνω στο πέταγμα τους .
Φταίχτες! Αυτά τα βουρκωμένα ματάκια της Ελευθερίας να γίνουν για σας τα οργισμένα λόγια του θεού προς τον αδερφοκτόνο Κάιν :
"... Τί ἐποίησας ; Φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ πρός με ἐκ τῆς γῆς . Καὶ νῦν ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ τῆς γῆς..."

Δείτε περισσότερες αντιδράσεις

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

«Αμοργός», Νίκου Γκάτσου



«Αμοργός», Νίκου Γκάτσου



«Αμοργός», Νίκου Γκάτσου
Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν
Μόνο ν’  ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Και τότε θα  ‘ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων

Γι’  αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών
Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι
Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια
Μη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Είναι φωτιά σ’ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα
Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι
Είναι λημέρι των Ούγγρων
Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται
Βλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ’  αυγά τους
Και τόνε κλαίνε κι αυτές
Καίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας
Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες
Με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ’ άλλο κελάρι
Να μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Τράπεζες
Κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου
Οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε
Κι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν
Με ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα
Με φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια
Με της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα
Τρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών
Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ’ Άη-Γιαννιού και τα φλουριά του Αράπη
Περιγελάνε τις μάγισσες
Κόβουν τα γένια ενός παπά με του Κολοκοτρώνη το γιαταγάνι
Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού
Κι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν
Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.

Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο
Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει
Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μία τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της
Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά σιγά σαν τον κλέφτη
Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα
Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα
Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων
Η όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

Μόνο τα βόδια των Αχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας
Βόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει
Τρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ’ αυλάκια
Μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.

Πετάτε τους νεκρούς είπ’  ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει
Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται
Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα
Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.
Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρεις μίαν άλλη θάλασσα μίαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα  χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα  χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Παρ  το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα  ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη...

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας. Το ξέρω είσαι μία φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μία σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων. Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν’ ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μία μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ’ ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.
Υπάρχει μία πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ’ αηδόνια. Είναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ’ αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους.
Γιατί τότε κανείς δε θ’ αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ’ όλα τα σταυροδρόμια θ’ ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα. Τότε θα  ‘ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο.
Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μία χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Ευρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μία καλύτερη μέρα. Οι ταξιδιώτες των Ινδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ’ τους Βυζαντινούς χρονογράφους.

O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του
Κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του
Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων του λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων
Εν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Και μία καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ’ αστέρια
Τόσους αιώνες φευγάτο
Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτιμόρης
Κι απ’ τη χαμένη Αγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
Μα πάνω στ’ αψηλὰ βουνά ποιοί να  ναι αυτοί που κοιτάνε
Με την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιάς πυρκαγιάς να  ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;
Μήνα ο Καλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;
Μήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες;
Ουδ’  Καλύβας πολεμάει κι ουδ’ ο Λεβεντογιάννης
Ούτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες.
Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μία πεθαμένη ανεμώνη
Τσοπαναρέοι ατάραχοι μ’ ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι
Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μία ντουφεκιά στα τρυγόνια
Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ’ όλους
Με μία βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
Και κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα
Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μία καλησπέρα της Γκόλφως.

Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.


Πηγή υλικού
Νίκος Γκάτσος, Αμοργός, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1997

Επιλογή υλικού
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου, Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

______________