~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Αγγελική Σπαθαράκη, Οδυσσέας Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Πάρης Αϊβαλής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Κώστας Καρυωτάκης 1896 – 1928

[ Τρίπολη 1896 – Πρέβεζα 1928 ]


Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.
Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.
Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».


Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] 
Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.
Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Gala
[Είμαστε Κάτι…]
Άνοιξη
Δημόσιοι Υπάλληλοι
Δον Κιχώτες
Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο
Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον
Θάνατοι
Ιδανικοί Αυτόχειρες
Κυριακή
Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον
Μόνο
Μπαλάντα στους Άδοξους Ποιητές των Αιώνων
Ο Μιχαλιός
Πρέβεζα
Σε παλαιό συμφοιτητή
Ύπνος
Ωχρά Σπειροχαίτη


ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Η ιστορία του επωνύμου "Καρυωτάκης-Καρυωτάκη"

____________

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Το πρώτο Διεθνές Βραβείο ποίησης, στον Διεθνή διαγωνισμό «ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» πήρε το ποίημα «Η Κερκόπορτα» της Ελένης Ηλιοπούλου - Ζαχαροπούλου

   ΠΟΙΗΣΗ   


Το ποίημα «Η Κερκόπορτα» της Ελένης Ηλιοπούλου - Ζαχαροπούλου πήρε το πρώτο Διεθνές Βραβείο ποίησης, στον Διεθνή διαγωνισμό «ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ».  Ήταν 410 επιλεγμένα ποιήματα από τη Ελλάδα και από ξένες χώρες με κριτές Ελληνιστές και Ελληνες. Η «Κερκόπορτα» είναι από την ποιητική Συλλογή «Βεβαιότητες που Λιγοστεύουν», «Οι Εκδόσεις των Φίλων» Αθήνα 2016. 

* Διαβάστε περισσότερα για το ποιητικό έργο της συμπατριώτισσας μας και ποιήτριας Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου  εδώ 
~~~~~~~~~~~ 

* Η Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου γεννήθηκε στα Τρόπαια Γορτυνίας.Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ἀκαδημία Τριπόλεως και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Γράφει, Ποίηση, Δοκίμιο - Κριτική. Διακρίσεις: Βραβεῖο «Ματράγκα» τῆς «ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ» 2005 (Γιά τήν καλύτερη ἔκδοση λυρικῶν ποιημάτων τῆς ποιητικῆς Συλλογῆς Ὑφαίνοντας Ἄνεμο 2004, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων). 



~~~~~~~~~~~
Τα θερμά μας συγχαρητήρια στην εκλεκτή συμπατριώτισσα μας Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου για μια ακόμα διεθνή διάκριση που απέσπασε και που μας κάνει περήφανους σε μια εποχή γενικότερης κατήφειας που ζούμε. Αντίδοτο για όλα αυτά είναι η ποίηση που μας δίνει ψυχική και πνευματική ανάταση. 
Πάνος Σ. Αϊβαλής
δημοσιογράφος

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Η Πρέβεζα του Κώστα Καρυωτάκη

   ΠΟΙΗΤΕΣ & ΠΟΙΗΣΗ   


Εκατό χρόνια από την έναρξη της ποιητικής διαδρομής του Κώστα Καρυωτάκη, το BHMAgazino εισέρχεται στη διατηρητέα τελευταία οικία του μεγάλου ποιητή και εξετάζει το ενδεχόμενο της δημιουργίας μουσείου στη μνήμη του

Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη
 γράφει ο Νικόλαος Μπάρδης
Εκείνη την ημέρα ξύπνησε αργά, αλλά αποφασισμένος. Τα βήματά του ήταν βαριά, ένιωθε έναν κόμπο στον λαιμό... Κατά τις 2 μ.μ. ο Καρυωτάκης ξεκίνησε από το σπίτι του και ένα μισάωρο αργότερα βρέθηκε στο παραλιακό καφενείο «Ο ουράνιος κήπος», ιδιοκτησίας τότε Διονυσίου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε, γιατί ο ποιητής, προτού φύγει, του άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν μόλις 5 δραχμές. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί, όπου έγραψε τις τελευταίες του σημειώσεις.

Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε, μεταξύ άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα δέκα ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, στις 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από τον «Ουράνιο κήπο» της Βρυσούλας προς το Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Εριξε μια ύστατη ματιά στην προκυμαία και έπειτα ξάπλωσε με βουρκωμένα μάτια κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με ένα περίστροφο τύπου Pieper Bayard 9 χλστ., αφού σημάδεψε στην καρδιά. Ο ήχος του πυροβολισμού τάραξε τη μεσημεριανή ησυχία της Πρέβεζας. Η τότε χωροφυλακή κατευθύνθηκε προς το σημείο, όπου εντόπισε τον Καρυωτάκη και τράβηξε μια φωτογραφία της σορού, στην οποία φαίνεται κουστουμαρισμένος, με ψαθάκι και με το πιστόλι στο χέρι, τοποθετημένο στο στήθος.


Εναν μήνα νωρίτερα, στις 18 Ιουνίου 1928, ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι, κατόπιν δυσμενούς μετάθεσης. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρέβεζας, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, όταν ήταν νομάρχης ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης. Ο Κώστας Καρυωτάκης, ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα επιβλητικό διώροφο κτίριο με κήπο, στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που δυστυχώς σήμερα έχει γκρεμιστεί.
Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Καρυωτάκης βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Το κτίριο διατηρείται ανέπαφο, ενώ στο εσωτερικό του υπάρχουν ακόμη ορισμένα έπιπλα και αντικείμενα που χρησιμοποίησε ο αυτόχειρας ποιητής. Κάποιες πολυθρόνες, ένα σιδερένιο κρεβάτι, μια σερβάντα, ένας στρογγυλός καθρέφτης με είδη ξυρίσματος, μια ξυλόγλυπτη ντουλάπα, ένα κοστούμι και μια δερμάτινη βαλίτσα είναι ό,τι άφησε πίσω του. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα, ενός δωματίου τότε, παραχωρούνταν από τη Νομαρχία της πόλης σε όποιον πήγαινε να εργαστεί εκεί από άλλη περιοχή. «Σήμερα το δώμα όπου έμενε ο Καρυωτάκης έχει χωριστεί με μια μεσοτοιχία σε δύο υπνοδωμάτια», όπως μου έδειξε η κυρία Σοφία Λελόβα, η σημερινή ιδιοκτήτρια του σπιτιού.
«Στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά τον θάνατό του δεν ήξερα ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξα» δήλωνε συγκλονισμένη η τότε σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, σε ντοκιμαντέρ-έρευνα του Φρέντυ Γερμανού που προβλήθηκε το 1981 στη δημόσια τηλεόραση. Επίσης δήλωσε ότι «είχε τρία κοστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι, και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα». Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και η τωρινή κάτοχος του σπιτιού, Σοφία Λελόβα, που έμαθε από τη μητέρα της πολλά πράγματα για τον Καρυωτάκη. Μεταξύ άλλων, μου εκμυστηρεύτηκε ότι «ο Καρυωτάκης δεν είχε καλές σχέσεις με τους Πρεβεζάνους, και το καλοκαίρι που βρέθηκε στην πόλη ήρθε σε ρήξη με τον τότε νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων». Ετσι, ο ποιητής προσπαθούσε να αποφύγει τις συναναστροφές με τους ντόπιους και προτιμούσε να περνάει περισσότερο χρόνο μόνος του, γράφοντας. «Ολη την ώρα έγραφε, σαν να μη στέρευαν οι σκέψεις του».
Απέναντι ακριβώς από το σπίτι όπου έμενε στην Πρέβεζα βρισκόταν ένα μαγειρείο το οποίο ανήκε στην οικογένεια που του νοίκιαζε το σπίτι. Εκεί πήγαινε για να γευματίσει, και πάντα μαζί του είχε ένα χαρτί για να καταγράφει τις ιδέες του. Εκτός όμως από την ταβέρνα αυτή, «ο Καρυωτάκης πήγαινε στο κουρείο του Σταμουλάκη», όπως μου είπε χαρακτηριστικά ο κ. Τιμολέων Βέσκας, ο παλαιότερος κουρέας της Πρέβεζας, που εξακολουθεί να λειτουργεί το κουρείο του πατέρα του που άνοιξε το 1920 στο Σεϊτάν Παζάρ, λίγα μόλις μέτρα από την οικία όπου είχε καταλύσει ο Καρυωτάκης. Ο ποιητής μετά το τέλος της δουλειάς του έκανε περιπάτους στην παραλία της Πρέβεζας, παρατηρούσε τα πλοία που κατέφθαναν στο λιμάνι και με περιέργεια κοίταζε τι σημαία κρεμόταν στο κατάρτι τους.
«Ολα όσα έγραψε στα ποιήματά του αποτύπωναν ακριβώς την τότε πραγματικότητα της Πρέβεζας» μου είπε χαρακτηριστικά ο γιος της κυρίας Λελόβα, Τηλέμαχος. Στο ποίημά του με τίτλο «Πρέβεζα» φωτογραφίζει την καθημερινότητα της μικρής αυτής πόλης στις αρχές του 20ού αιώνα. Οταν έγραφε «Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια», εννοούσε τις κουρούνες, τα γνωστά μαύρα πτηνά που κάθονταν επάνω στις στέγες των σπιτιών και τις έκαναν να δείχνουν καρβουνιασμένες. Και στη συνέχεια έγραφε: «Θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται, καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια», έχοντας σαν εικόνα την ταβέρνα απέναντι από το παράθυρο του δωματίου του. Η άποψη, λοιπόν, που θέλει τον Καρυωτάκη να απεχθάνεται την Πρέβεζα δεν ισχύει. «Εκείνος απλώς έγραφε στα ποιήματά του αυτά που έβλεπε». Στους ιδιοκτήτες του σπιτιού, μάλιστα, εξέθετε καθημερινά τις εντυπώσεις του από τους περιπάτους του στην πόλη και από τα όμορφα μέρη που επισκέπτονταν. Ομως, η μοναξιά, η αρρώστια και οι κόντρες που είχε στη δουλειά τον έκαναν απόμακρο, σχεδόν αόρατο.
Τα βράδια στεκόταν στο πλατύ περβάζι του δωματίου του, και χαζεύοντας το στενό, τις μπουκαμβίλιες και τον νυχτερινό ουρανό, ψιθύριζε στίχους από το «Βράδυ». Και όσο περνούσε ο καιρός και γινόταν καλοκαίρι, ενώ η διάθεση όλων γινόταν πιο ανάλαφρη, και ο κόσμος έβγαινε στις παραλίες και τα μαγαζιά, εκείνος κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του και σκοτείνιαζε. «Στις 20 Ιουλίου ο Καρυωτάκης πήγε και αγόρασε ένα πιστόλι από το μαγαζί του Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Χωρίς λοιπόν να χάσει χρόνο, την επόμενη κιόλας ημέρα έβαλε τελεία στη δική του ιστορία, και ο κόσμος έχασε έναν σπουδαίο λογοτέχνη, η ιδιαίτερη γραφή του οποίου απέκτησε και μιμητές δημιουργώντας βραχύβια μόδα μετά τον θάνατό του (Καρυωτακισμός, 1928-1935).
Πριν από 100 ολόκληρα χρόνια, το 1917, ο Κώστας Καρυωτάκης αποφοιτούσε γεμάτος όνειρα από τη Νομική Σχολή των Αθηνών, ενώ την ίδια περίοδο δημοσίευε με ζήλο τα πρώτα του ποιήματα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, όπως η «Ακρόπολη». Εναν αιώνα από την έναρξη της συγγραφικής του δραστηριότητας, έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της αναστήλωσης και ανάδειξης της τελευταίας του οικίας στην Πρέβεζα. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος της πόλης επανήλθε με νέο αίτημα προς τον δήμαρχο, προκειμένου να αξιοποιηθεί αυτό το στολίδι στην καρδιά της Πρέβεζας, πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των ιδιοκτητών. «Εμείς είμαστε διατεθειμένοι να συνεργαστούμε με τον δήμαρχο, και μπορούμε να παραχωρήσουμε μέρος της οικίας για να γίνει μουσείο, αρκεί όμως πρώτα να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες, έτσι ώστε να αποκατασταθεί ο χώρος και να εξασφαλιστεί η ήρεμη διαβίωσή μας» αναφέρει σχετικά ο Τηλέμαχος, που μεγάλωσε σε αυτό το ιστορικό σπίτι. «Δυστυχώς, όμως, κανένας τόσα χρόνια δεν ενδιαφέρθηκε για αυτό το σπίτι και την ιστορία που κουβαλάει στο εσωτερικό του, και σήμερα κοντεύει να γκρεμιστεί από την αδιαφορία των ιθυνόντων. Με την παροχή μιας μικρής βοήθειας η πόλη θα αποκτούσε ακόμη ένα αξιοθέατο και εμείς θα ζούσαμε αξιοπρεπώς».
Λίγα μόλις μέτρα από την αυλόπορτα του γραφικού αυτού διώροφου βρίσκεται η προτομή του Καρυωτάκη. «Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει / από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής, / κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει / νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --», όπως έγραφε στο ποίημά του με τίτλο «Αισιοδοξία», κι ας ελπίσουμε πως όλα σύντομα θα πάρουν τον δρόμο τους.


_________

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 3 Ιουνίου 2017.

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Προσέληνοι Αρκάδες Όταν δεν υπήρχε η Σελήνη....


Αρκαδία Μαγική





Προσέληνοι Αρκάδες 
Όταν δεν υπήρχε η Σελήνη 
Ενδείξεις από αναφορές σε αρχαία ελληνικά κείμενα μας λένε ότι κάποτε η Σελήνη δεν υπήρχε στον ουρανό. Και μάλιστα για να δηλώσουν την πανάρχαια εποχή που ιδρύθηκε η Λυκόσουρα, στην ορεινή Αρκαδία της Ελλάδας, η πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου στη Γη, λένε ότι «ιδρύθηκε τότε που δεν υπήρχε Σελήνη στον Ουρανό». 
Γενικά τους αρχαίους Αρκάδες τους αποκαλούσαν «προσέληνους», επειδή υπήρξαν στην περιοχή αυτή πριν εμφανιστεί η Σελήνη στον ουρανό.
-«Προσέληνοι οι Αρκάδες και προσεληνίς το θηλυκόν», γράφει ο Στέφανος Βυζάντιος.
-«Αι νύμφαι της Αρκαδίας απεκαλούντο και αυτές προσελήνιδες», αναφέρει το λεξικό του Ησυχίου Αλεξανδρέως.
-«Προσέληνοι Ηρόδοτος τους Αρκάδας ούτω λέγει, τουτέστιν αρχαίους προ της σελήνης», γράφει το λεξικό του Σουίδα.
-Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου: «Αρκάδες οι και πρόσθε σεληναίης υδέονται ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν...».
Ο Απολλώνιος αναφέρεται σε μία εποχή στην οποία «δεν υπήρχαν όλες οι ουράνιες τροχιές», πριν από τη γενιά του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, δηλαδή πριν τον κατακλυσμό. Τότε που δεν υπήρχε Σελήνη, οι μόνοι άνθρωποι που υπήρχαν ήταν οι Πελασγοί οι οποίοι ζούσαν στα βουνά της Αρκαδίας.
-Ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας δίδασκαν ότι υπήρξε εποχή όπου η Γη δεν είχε τη Σελήνη! 
-Ευστάθιος, εκκλησιαστικός συγγραφέας και φιλόσοφος: «Δοκεί δε φασί, παλαιότατα έθνη Ελλήνων είναι τα Αρκαδικά, διό και προσέληνοι ελέγοντο οι Αρκάδες, όπερ, φασίν, Ίππυς ο Ρηγίνος πρώτον αυτούς εκάλεσε». 
-Οβίδιος «... οι Αρκάδες κατείχαν τη χώρα τους πριν από τη γέννηση του Διός» και «το γένος τους είναι παλαιότερο από την Σελήνη».
-Ο Πλούταρχος που αφήνει υπόνοιες για πανάρχαια κατοίκηση της Σελήνης: «Διά τι τας εν τοις υποδήμασι σεληνίδας, οι διαφέρειν δοκούντες ευγένεια φορούσιν; πότερον, ως Κάστωρ φησί, σύμβολον έστι τούτο της λεγόμενης οικήσεως επί της σελήνης και ότι μετά την τελευτήν αύθις αι ψυχαί την σελήνην υπό πόδας έξουσιν, ή τοις παλαιοτάτοις τουθ' υπήρχε, εξαίρετον, ούτοι δ’ ήσαν Αρκάδες των απ’ Ευάνδρου Προσελήνων λεγομένων».
Οι Αρκάδες πίστευαν, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, πως ήταν οι μόνοι μετά τους Λέλεγες αυτόχθονες κάτοικοι της Ελλάδας.
Γενάρχη τους θεωρούσαν τον Πελασγό, γιο του Δία, και καυχιόνταν ότι ήταν οι πρώτοι άνθρωποι μετά τον Κατακλυσμό.
Την αντίληψη αυτή συμμερίζονται και επιφανείς ιστορικοί της αρχαιότητας, από τον Ηρόδοτο έως τον Ξενοφώντα και τον Θουκυδίδη, αλλά και ο Αριστοτέλης, ο οποίος υποστηρίζει πως η εγκατάσταση των Αρκάδων έγινε πριν από την εμφάνιση της Σελήνης. Ίσως γι’ αυτό ο Παυσανίας βρήκε τους Αρκάδες να αυτοχαρακτηρίζονται προσέληνοι.
Ήδη προ πολλού οι υπόλοιποι Έλληνες αναφέρονταν στους Αρκάδες με την προσωνυμία "Προσέληνοι". Αυτό είχε ως αφορμή "μια ιστορία ότι οι Αρκάδες ζούσαν στις ερήμους τους την εποχή πρίν τη γέννηση του φεγγαριού".
Βέβαια στην ασυνήθιστη δοξασία να ερμηνευτεί διαφορετικά η λέξη "Προσέληνοι", στάθηκε είτε η ονομασία της αρκαδικής φυλής των "Σεληνιτών", είτε το όνομα του βασιλέα Προσελήνου, είτε ότι νίκησαν κάποιους εχθρούς τους πρίν από την ανατολή του φεγγαριού.
Η πρώτη κυριολεκτική ερμηνεία της λέξης "Προσέληνοι", επιβεβαιώθηκε όταν ο Αυστριακός ερευνητής Reitzenstein δημοσίευσε στο φυλλάδιο "Zwei religionsgeschichtliche Fragen", ένα απόσπασμα της κοσμογονίας των Αρκάδων.
Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου για την κοσμική γέννηση της Αρκαδίας:
"Δεν υπήρχε ακόμα ο κύκλος του Ήλιου, ούτε η Σελήνη τίναζε τα ηνία των βοδιών που σέρνουν τα πόδια τους. Έρεε μόνο η νύχτα ακατάπαυστα, χωρίς ημέρα, λάμποντας με λεπτές ακτίνες των άστρων. Με τούτα κατά νου πήγαινε ο Ερμής μέσα στον χλωμό αέρα, αλλά όχι μόνος, αφού δίπλα του ήταν και ο καλός του γιός ο Λόγος, κοσμημένος με ευκίνητες φτερούγες, πάντα αληθής, με την αγνή πειθώ στα χείλη που δεν λένε ψέματα, γοργός αγγελιοφόρος του καθαρού νοήματος του πατέρα του.
Μαζί του κατεβαίνει στη γη ο Ερμής, ο ρυθμιστής του σύμπαντος. Μαζί του περνάει όλη τη γη κοιτάζοντας την προσεκτικά, για να βρεί τόπο όπου θα κτίσει την Πόλη, γεμάτη άφθονα δώρα, η οποία μετά την ίδρυσή της θα είναι αντάξια να δεκτεί το ανθρώπινο γένος στα λαμπρά τείχη της.
Αλλά δεν κατηύθυνε την πορεία του ο Ερμής πρός τις παγερές 'Αρκτους ψάχνοντας τη μοιραία γη, αφού εκεί-το ήξερε- βαθύς αέρας τυλίγει τη γη με το βαρύ σκέπασμά του, βεβαρημένος με χιόνια, χτυπημένος από θύελλες,ήξερε ότι το χώμα εκεί είναι άγονο, σκεπασμένο με παγερή πάχνη και ανίκανο να τρέφει το ανθρώπινο γένος. Ούτε πρός νότο κατηύθυνε την πορεία του, στις πυρπολημένες άκρες της γης ψάχνοντας για ωραίο τόπο, αφού ήξερε ότι στερημένο από τα νερά δεν γεννά ούτε τα χόρτα, ούτε τα ζώα το χώμα του. Ότι βροχερά σύννεφα δεν στέφουν εκεί τα άδεια ύψη, ότι πάνω από τους όγκους των βράχων, πάνω από τις ξηρές άμμους ασάλευτος απλώνεται ο καυτός αέρας που δεν γνωρίζει δροσερό ίσκιο.
" Άρα οι δύο ήπειροι, σκέφτηκε, υπάρχουν στον κόσμο μας-η μια είναι γεμάτη πάγους, η άλλη-άκρατης ζέστης. Η μια γειτονεύει με την 'Αρκτο, η άλλη-με καυτή φωτιά, καμία απ΄αυτές δεν είναι ικανή να δεκτεί το γένος πολυάριθμων ανθρώπων. Στη μέση όμως υπάρχει ένα νησί που τώρα το σκέπασαν τα βουνά, που αφού θ΄ανοίξουν, θα δεκτούν πόλεις και χωριά των θνητών, θα δεκτούν και τις ζωοδότρες ροές των ποταμών που είναι παιδιά του Ωκεανού."
Αυτά τα βουνά τα χάρισε στις νύμφες, που εξουσιάζουν τις βοσκές και μετά άγγιξε το πιό ψηλό απ΄αυτά με τη ράβδο του. Από το φαράγγι ξεπήδηξε ο Λάδωνας, την καρποφόρα ιλύ του αμέσως η Αρκαδία την έκρυψε στα σπλάχνα της και μετά, όταν ήρθε η ώρα χάρισε στον κόσμο την πανέμορφη κόρη της, τη Δάφνη...."
"ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΑΚΟΜΑ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΟΥΤΕ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ...", όταν δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος; 
Άραγε αυτό το γένος ήταν πραγματικά ΠΡΟΣΕΛΗΝΟ ;
Είναι χαρακτηριστική η ομολογία του περιηγητή Παυσανία: 
«τις Ελληνικές παραδόσεις του είδους αυτού, όταν άρχισα να γράφω το έργο μου, τις θεωρούσα μάλλον ανόητες, όταν όμως έφτασα στα Αρκαδικά, σχημάτισα τη γνώμη γι' αυτές πως τον παλιό καιρό οι Έλληνες που λογαριάζονταν ως σοφοί έλεγαν ό,τι είχαν να πουν με αινίγματα και όχι με σαφείς εκφράσεις» (μεταφρ. Ν. Παπαχατζή).
Όσοι συσχετίζουν το όνομα της Αρκαδίας με τα «άκρα» των ορέων βλέπουν τους κατοίκους της να έλκουν την καταγωγή από τους επιζήσαντες του μεγάλου κατακλυσμού, την καταστροφική μανία του οποίου διέφυγαν οι καταφυγόντες στις υψηλές κορυφές. Όπως και ναχει το πράγμα, ουδείς φαίνεται να αρνείται στους Αρκάδες το «αυτόχθονον» και ιδιαίτερα βαρύνουσες, ως προς αυτό, είναι οι αναφορές Ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών. Την αρχαιότητα της καταγωγής αποδέχεται και ο Αριστοτέλης όταν κάνει λόγο για την εγκατάσταση των Αρκάδων πριν από την εμφάνιση της σελήνης. Η απόδοση στους Αρκάδες του προσωνυμίου «πανσέληνοι» φανερώνει ότι αυτή η πίστη είχε ευρύτατη αποδοχή.
Οι Aρκάδες θεωρούνται οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Πελοποννήσου (Ηροδ. Η73), με πρώτο βασιλιά της χώρας και γενάρχη τον Πελασγό, εξ' ου και Πελασγοί. Κατά μία παράδοση είναι ο Πελασγός ήταν υιός του Δία και της Νιόβης. Κατά μία άλλη παράδοση ήταν βασιλιάς του Άργους και κατά μια τρίτη υιός του Ποσειδώνα, αδελφός του Αχαιού και του Φθίου . 
Οι πρώτοι Πελασγοί ζούσαν σε σπήλαια σε και τρέφονταν από το μυελό των οστών των ζώων που κυνηγούσαν, από χόρτα και ρίζες -πολλές φορές βλαβερά- βλαβερών, και ήταν ήσαν εκτεθειμένοι στις μεταβολές του καιρού. O Πελασγός πρώτοςε δίδαξε τους πρωτόγονους αυτούς για να κατεβούν από τα όρη στις πεδιάδες να κατασκευάσουν καλύβες για να στεγαστούν, νά φορούν ως ενδύματα τα δέρματα των χοίρων, να μη τρώνε τα δηλητηριώδη και βλαβερά χόρτα και τις ρίζες, αλλά «τις βαλάνους της δρυός», γι' αυτό και βαλανηφάγοι ονομάζονταν.
Aυτός εδίδαξε τους υπηκόους του να τρώνε ήμερους καρπούς, να κτίζουν κατοικίες από πελώριους λίθους που είχαν συναρμογή με κολλητική ύλη -τα λεγόμενα Πελασγικά τείχη- να σπέρνουν δημητριακά, να φτιάχνουν ψωμί, να υφαίνουν ενδύματα, να καλλιεργούν τη γη, να διατηρούν κοπάδια και να τρώνε το κρέας και το γάλα τους, τους δίδαξε να κτίζουν πόλεις και να τις περιβάλλουν με τείχη, διαμόρφωσε θρησκευτικές δοξασίες και πολλά άλλα.
Ο Πελασγός κατά τον Αρκαδικό μύθο που αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος «ανεδύθη από την γη» και έγινε γενάρχης των ανθρώπων «πριν από την εμφάνιση της Σελήνης». Γι' αυτό οι Αρκάδες εθεωρούντο «Προσέληνοι» ή «Προσεληναίοι». Για το λόγο αυτό οι αρχαίοι Αρκάδες καμάρωναν ότι δεν ήταν μετανάστες, αλλά αυτόχθονες, απόγονοι του Πελασγού. 
Η μυθολογία εξάλλου, θέλει τους περισσότερους θεούς της αρχαιότητας να έχουν γεννηθεί στα Αρκαδικά βουνά. Η Αρκαδία λεγόταν αρχικά Απία και κατόπιν Πελασγία, ονόματα που δόθηκαν σ' ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αργότερα ονομάστηκε Αρκαδία, από τον γιο της Καλλιστούς (κόρης του Λυκάονα) τον Αρκάδα.
Η Αρκαδία των προχωρημένων ιστορικών χρόνων, όπως και αυτή της εποχής του Παυσανία, δεν συνέπιπτε γεωγραφικά με τη σημερινή Αρκαδία. Εκτεινόταν στα οροπέδια και στα βουνά της κεντρικής Πελοποννήσου και είχε μάλιστα μεγαλύτερη έκταση από την τελευταία. Περιελάμβανε μεγάλο τμήμα της σημερινής νότιας Αχαϊας (περιοχές Καλαβρύτων, Λουσών, Κλειτορίας, ορεινός όγκος Αροάνιων, περιοχή Ψωφίδας και Αφροδίσιο όρος), τμήμα της δυτικής Κορινθίας (περιοχές Φενεού και Στυμφαλίας, όρος Κυλλήνη και περιοχές Σκοτεινής και Αλέας) και τη σημερινή νοτιοδυτική Ηλεία (περιοχές Αλίφειρας, Φιγάλειας και Βασσών, Θεισόας του Λυκαίου και η περιοχή της σημερινής Ανδρίτσαινας). Δεν βρεχόταν πουθενά από τη θάλλασσα και δεν περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Κυνουρίας. Συνόρευε στα ανατολικά με τη Θυρεάτιδα στην περιοχή των Άνω Δολιανών, στα νότια με την Λακωνία στις περιοχές των Βούρβουρων, Ίασου, Καλτεζών και Αίγυος, και στα νοτιοδυτικά με τη Μεσσηνία στις περιοχές των Χιράδων, Χράνων και της κοιλάδας του ποταμού της Νέδας.
Oι Aρκάδες ήταν φημισμένοι για την ευρρωστία τους και το ψηλό τους ανάστημα. O λαός είχε κύρια ασχολία την κτηνοτροφία και ήταν πολεμικός λόγω των συνεχών πολέμων που έκανε για τη διατήρηση της ανεξερτησίας του γι' αυτό και ο Όμηρος λέει ότι γνώριζαν να πολεμάνε και ότι ελάμβανον μέρος ως μισθοφόροι σε ξένους πολέμους. Eπειδή δε η χώρα τους ήταν πτωχή πολλοί εκ τούτων έκτισαν αποικίες σε ξένες χώρες. Κατά δε τον Στράβωνα η ίδια ή πρωτεύουσα τής η Ρώμη ήταν αρχαιότατη αποικία Aρκάδων (Γαλάνης Κ., 1901).
Οι Αρκάδες ήταν χωρισμένοι σε φυλές και για πρώτη φορά παρουσιάζονται ενωμένοι στον πόλεμο της Τροίας (Ιλ. Β' 603-614), όπου πήραν μέρος με επικεφαλής τον βασιλέα της Τεγέας Αγαπήνορα. Επειδή δεν ήταν θαλασσινοί χρησιμοποίησαν τα πλοία που τους διέθεσε ο Αγαμέμνονας. Κατά την επιστροφή από την Τροία ο Αγαπήνωρ κατευθύνθηκε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε στην περιοχή της Πάφου σημαντική αρκαδική αποικία.
Μετά τη σταδιακή εξάπλωση των Δωριαίων στην Πελoπόννησo (11oς-10oς αι.π.Χ.) οι Αρκάδες πήραν ακόμη μέρος στους αγώνες των Μεσσηνίων κατά των Σπαρτιατών, που άρχισαν έντονη επεκτατική πίεση για την κυριαρχία στην Αρκαδία, χωρίς όμως να πετύχουν να την ηγεμονεύσουν, αφού οι Αρκάδες παρά τις διαφωνίες τους είχαν συναίσθηση της φυλετικής και θρησκευτικής τους ενότητας. 

___________
ΠΗΓΗ: hellinikongenos.blogspot.gr

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

"Αρκαδικό Βήμα": "ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥ: "...από το στόμα της παλιάς Remington..."

Δείτε και στο: http://giannis-panou.blogspot.gr/
Κυκλοφόρησε το "Αρκαδικό Βήμα" με πρώτο θέμα : 
"Η τοπική κοινωνία της Μεγαλόπολης εκφράζει την αντίθεσή της "Οχι στην κατασκευή 
και λειτουργία Χώρου Διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων στη Μεγαλόπολη"
Δείτε ολόκληρη την εφημερίδα στη δ/νση: http://selides-arkadias.blogspot.gr/

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

I.M.Αρβανίτης - "Στην πλατάνα του Αγιώργη"

ΠΟΙΗΣΗ

Στην πλατάνα του Αγιώργη

Στον ίσκιο της αιωνόβιας πλατάνας του Αγιώργη, ο ώριμος Αστρινός –Αγιαννίτης ηρεμεί από το μόχθο, το άγχος της ζωής, και συνεπαρμένος από τις αναμνήσεις ξανανιώνει πιάνοντας μαζί της κρυφή, νοσταλγική κουβέντα: για το φευγάτο, αγύριστα πια, όμορφο κόσμο του μύθου και της λεβεντιάς, για τον ηρωικό εκείνο κόσμο της τραχιάς βιοπάλης, αλλά και κόσμο αρχοντικό σε ανθρωπιά…
Το ποίημα γράφτηκε κατά το 1964, μετά από την 4χρονη παραμονή μου στο Παρίσι.

«Ψυχής άκος»,[1] στης σκιάς σου το απαλόδροσο χάδι,
ματιών χάρμα στο ουρανόζωστο,
μεθύσι τραγουδιού καλοκαιριάτικο,
του τραγοπόδαρου[2] γλυκόλαλο σουραύλι
στης φυλλωσιάς σου τ’ ολοπαίχνιδο θρόϊσμα,
και «κύκλιων χορών»[3] ζευγαρώματα,
φωλιές οι καρδερίνες στα κλώνια σου,
φωλιές που τα όνειρά μας καρπίζουνε…
Εσύ σκλαβιά της καρδιάς μου και λύτρωση,
εσύ το ξημέρωμα, εσύ και το βράδιασμα,
ρήγισσά μου και μάνα μου,
            εσύ, του Αγιώργη πλατάνα, θεόχαρη!



                                                                                                            I.M.Αρβανίτης



[1] Ανακούφισμα της ψυχής.
[2] Ο αρκαδικός θεός Πάνας.
[3] Εθιμικά, του Αγιο-Δημητριού, χρονιάρα χινοπωριάτικη γιορτή, με το άνοιγμα των κρασοβάγενων και τη γευστική απόλαυση των νέων κρασιών, γίνονταν και οι γάμοι στο χωριό, κι έδιναν κι έπαιρναν δίπλες οι χοροί ολόγυρα στην πλατάνα του Αγιώργη, άλλοτε με τραγούδια κι άλλοτε με ζυγιές τα κλαρίνα και τα νταούλια. Υπόψη και τα «γυρίσματα τ’ Αγιώργη», κατά τα παλαιότερα χρόνια, δηλ. οι χοροί γύρω από την εκκλησία τη μέρα της γιορτής του βεβαίωναν τη συνέχιση παραδοσιακά των διθυραμβικών κυκλικών χορών γύρω από το βωμό του Διονύσου: αρχαίος θεός της άνοιξης ο Διόνυσος, χριστιανός άγιος της άνοιξης ο Αγιώργης.


__________
* Ο συγγραφέας Ιωάννης Μ. Αρβανίτης γεννήθηκε στο Άστρος από γονείς μικροαγρότες και μεροκαματιάρηδες. Δημοτικό και Ημιγυμνάσιο τελείωσε στο Άστρος και Γυμνάσιο στο Άργος και αποφοίτησε το 1942 από την Ακαδημία Τριπόλεως. Στη συνέχεια παρακολούθησε τη Μετεκπαίδευση των Δημοδιδασκάλων και το 1953 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Το 1965 απέκτησε Διδακτορικό Δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης/ Παρίσι, με υποτροφία του Γαλλικού Κράτους. Υπηρέτησε από το 1943 διαδοχικά σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης και, μεταξύ άλλων δίδαξε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της  Κωνσταντινούπολης. Συνταξιοδοτήθηκε το 1981 ως Εκπαιδευτικός Σύμβουλος από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.