~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
σελίδες της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα" συντάκτες: Πέτρος Σ. Αϊβαλής, Αγαθή Γρίβα-Αλεξοπούλου, Πάνος Αϊβαλής, Πόπη Βερνάρδου, Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, Πάρης Αϊβαλής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~

yfos

yfos
"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΦΟΡΤΩΜΕΝΗ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΛΟ

ΠΟΙΗΣΗ

Γράφει η Αγαθή Γρίβα - Αλεξοπούλου*
Φιλόλογος



Στις  19 Δεκεμβρίου 1911 (1η Ιανουαρίου 1912 με το ισχύον ημερολόγιο) στις Κροκεές  της Λακωνίας γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Νεοέλληνες ποιητές, ο Νικηφόρος Βρεττάκος(**).
Την αναφορά μας στο Λάκωνα ποιητή υπαγορεύει η επέτειος γεννήσεώς του αλλά και αυτός καθ’ εαυτόν ο ποιητικός του λόγος. Με την αγάπη και την ειρήνη ως θεμελιώδεις έννοιές του ο ποιητικός λόγος του Νικηφόρου Βρεττάκου είναι βαθιά ανθρωπιστικός και γι’ αυτό πάντα επίκαιρος.
Όπως αποκαλύπτεται στις εκατοντάδες των στίχων του, ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι ένας τρυφερός άνθρωπος και ποιητής με την καρδιά γεμάτη αγάπη για τον άνθρωπο, τον καθένα χωριστά και όλους μαζί, την ανθρωπότητα ολόκληρη. «Έχω μια μητέρα, την Ελλάδα και μια αδερφή, την ανθρωπότητα σημειώνει στο γεμάτο ένταση δοκίμιο του «Γράμματα εις εαυτόν». Ο λόγος αποκτά ιδιαίτερο ηθικό βάρος, όταν γράφεται από το χέρι ενός ανθρώπου βασανισμένου όπως ο Νικηφόρος Βρεττάκος που οικογενειακές δυστυχίες σημάδεψαν τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και αργότερα πολλές από τις εθνικές συμφορές (δικτατορία 4ης Αυγούστου, Β’ παγκόσμιος πόλεμος, εθνικός διχασμός, δικτατορία 1967) έγιναν και προσωπική του πικρή μοίρα.
Το ότι κατάφερε να μετατρέψει την οδύνη της ζωής σε αγάπη και ποίηση γεμάτη φως αποδεικνύει το μεγαλείο του ως ανθρώπου και ποιητή. Στο ποίημα «Το μεσουράνημα της φωτιάς» από τη συλλογή «Ο χρόνος και το ποτάμι» αποτόλμησε να αναγάγει την αγάπη σε αξίωμα (η λέξη αξίωμα με τη φιλοσοφική έννοια της αυταπόδεικτης αλήθειας). Παραλλάσσοντας το γνωστό αξίωμα του Καρτέσιου «σκέπτομαι άρα υπάρχω» έγραφε.

…..Η σκέψη μου είναι αγάπη κι η αγάπη μου σκέψη …..
Μη ρωτήστε που πέφτουν τα ποτάμια της γης
 τι στηρίζουν οι κορφές των βουνών 
τι κρύβει πάνω μας η μεγάλη φωτιά 
Δε ρωτώ γι’ άλλο τίποτα. 
Τραγουδώ σαν πουλί στο ακρινότερο δέντρο του κόσμου: 
Αγαπώ άρα υπάρχω

Η αγάπη του γίνεται στοργή, έγνοια, αγκαλιά ανοιχτή, όταν απευθύνεται σε ανθρώπους κατατρεγμένους, πεινασμένους και πονεμένους.
Διαβάζουμε στο πολύ γνωστό ποίημα  «Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα» από τη συλλογή τα «Θολά ποτάμια»:
Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί
 μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ό,τι απόμεινε απ’ τον ήλιο 
 να σου το στείλω να ντυθείς· έμαθα πως κρυώνεις ….. 
 Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δέντρο θέλεις 
 Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στη καρδιά μου.
Στο ποίημα «Σέλας» από τη συλλογή «Εσωτερική περιπέτεια» η πλατιά αγκαλιά γίνεται μεγαλύτερη, για να αγκαλιάσει ολόκληρη την υδρόγειο».                                                 

Γράφει χαρακτηριστικά:                                                                                                 Τα διαστήματα έγιναν αβαθή μπρος το βάθος
 της ανθρώπινης θλίψης, δρόμοι εύκολοι οι λόχμες 
 μπρος στης σκέψης το αδιέξοδο. Ας μπορούσα να γινόμουν
 ένα τζάμι απ’ όπου θα δυνόταν το βλέμμα 
 να διακρίνει ένα φως, ας μπορούσα να γίνω
 το στοιχείο που λείπει, ένα νέο φαινόμενο 
 φυσικό, σαν μια πάχνη, μια γάζα
 -να μπορώ να τυλίγω στις δύσκολες 
 ώρες της την Υδρόγειο – ένα σέλας


Στο δεύτερο λυρικό δοκίμιό του «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου» – εκδόθηκε το 1949, όταν ο μεταπολεμικός κόσμος χωρισμένος ήδη σε ανατολικό και δυτικό μπλοκ έδειχνε να μην βαδίζει στη σωστή κατεύθυνση – ο Νικηφόρος Βρεττάκος διακήρυσσε την πεποίθηση του ότι ο σεβασμός και η αγάπη ανθρώπου προς άνθρωπο είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εδραίωση της ειρήνης. Έλεγε εμφαντικά «… Δεν υπάρχει ελπίδα να γνωρίσουμε την ειρήνη του κόσμου, δεν υπάρχει ελπίδα να γνωρίσουμε τις δημιουργικές ικανότητες του ανθρώπου, αν δεν αισθανθούμε το δικό του εγώ μέσα στο δικό μας και το δικό μας μέσα στο δικό του. Και συνέχιζε σε άλλο σημείο «Τότε η επιβολή της ειρήνης θα είναι οριστική· τότε, όταν απάνω από κάθε πόλη στην είσοδο και στην έξοδο κάθε έθνους θα έχει αναρτηθεί τούτη η φωτεινή επιγραφή: «ο άνθρωπος είναι ο λόγος».

Στην ειρήνη έχει αφιερώσει ο Νικηφόρος Βρεττάκος πολλά από τα ποιήματα του. Ανυπέρβλητο ωστόσο ανάμεσά τους παραμένει το «Μεγαλυνάρι της ειρήνης» από τη συλλογή τα «Θολά ποτάμια». Στους 30 περίπου στίχους του αισθητοποιεί με εικόνες την ειρήνη ως κατάσταση γαλήνης στο στερέωμα, στη γη: σε βουνά και θάλασσες, σε χωριά και πολιτείες κ’ περισσότερο ως κατάσταση πανανθρώπινης ευφροσύνης και πλησμονής.

Παραθέτω την τελευταία στροφή:                                                                                        
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους 
 Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης 
 που περίσσεψε 
 Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα                                                                               
Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο  Έβερεστ.    

Στο ποίημα «Κρύπτη» από τη συλλογή «Διακεκριμένος πλανήτης» 30 και πλέον χρόνια μετά το «Μεγαλυνάρι» έγραφε:
Ανακάλυψα πως η καρδιά μου
είναι μια κρύπτη                                                                                                           
και μέσα της βρίσκεται το                                                                                                  
παγκόσμιο εμβατήριο                                                                               
της ειρήνης· και πως                                                                                                                             
 ο ήλιος χαμήλωσε                                                     
κι ακόμα δεν άδειασα                                                         
την κρύπτη σου, Κύριε


Πράγματι ο Νικηφόρος Βρεττάκος στη μακρόχρονη ποιητική διαδρομή του δεν κουράστηκε να τραγουδά το εμβατήριο της ειρήνης, δεν κουράστηκε να σφυρίζει το σκοπό της. 
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Την ποιητική του ευαισθησία κινητοποιούσε πάντα η ίδια θερμουργός δύναμη, η αγάπη· στη συνείδηση του πάντα βάραινε η ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενιές και το χρέος απέναντι στις εκατόμβες των νεκρών συμπολεμιστών του στο Αλβανικό Μέτωπο και στα άλλα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Έγραφε χαρακτηριστικά στο δοκίμιο που προαναφέραμε: «Η συνείδηση μου είναι ένα άθροισμα από σπίτια που καίγονται· από λαβωμένους που μορφάζουν ζητώντας βοήθεια· από νεκρούς που αφήνουν να διαγραφεί πάνω στο πρόσωπό τους σαν ερωτηματικό το τελευταίο χαμόγελό τους». 
Σήμερα 72 χρόνια μετά το τέλος του μεγάλου εκείνου πολέμου, η απειλή μιας νέας γενικευμένης σύρραξης επικρέμαται πάνω από την ανθρωπότητα. Το ψυχροπολεμικό κλίμα ανάμεσα στους ισχυρούς της γης έχει αναβιώσει και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους έχει ενταθεί. Οι πολεμικές ιαχές και εθνικιστικές κορώνες από πλανητάρχες, σουλτάνους και γραφικούς, πλην όμως επικίνδυνους, δικτατορίσκους ακούγονται όλο και συχνότερα. Τα πολεμικά μέτωπα στη Μέση Ανατολή παραμένουν ανοιχτά και οι στρατιές των ξεριζωμένων πλημμυρίζουν στεριές και θάλασσες. Τα θύματα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας αυξάνονται διαρκώς. Και μ’ όλα αυτά η παγκόσμια κοινότητα φαίνεται να βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης· πολλοί είναι οι φοβισμένοι, αρκετοί οι αδιάφοροι και εξίσου πολλοί οι φανατισμένοι. 
Είναι οπωσδήποτε εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει η ζοφερή αυτή πραγματικότητα και πολλοί είναι απαισιόδοξοι. Εντούτοις όμως η προσπάθεια δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί. Οι ψυχραιμότεροι και πάντως οι φιλειρηνιστές ηγέτες πρέπει να υψώσουν τη φωνή τους· τα κοινοβούλια να αντιπροσωπεύσουν τους λαούς· οι διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις να αφεθούν ή να αναγκαστούν να ασκήσουν το ρόλο για τον οποίο συγκροτήθηκαν και προπαντός το παγκόσμιο κίνημα ειρήνης πρέπει να επανακτήσει τη δυναμική και μαζικότητα παλαιότερων δεκαετιών, κυρίως μέσω της ευαισθητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών. Σ’ αυτό το τελευταίο μπορούν να συντελέσουν η οργανωμένη παιδεία με τους λειτουργούς της και οι άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης με την προσωπική τους ακτινοβολία και τη δύναμη της σκέψης και του δημιουργικού τους έργου.
Εδώ έχει τη θέση του – στ’ αλήθεια ξεχωριστή – και ο Νικηφόρος Βρεττάκος. 
Μπορεί ο ίδιος ως φυσική παρουσία να λείπει πλέον από κοντά μας, όμως ο ποιητικός του λόγος βαθιά ανθρωπιστικός είναι πάντα παρών και έχει τη δύναμη να αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας, να αναθερμαίνει την πίστη μας σε αξίες και ιδανικά όπως η αγάπη και η ανθρώπινη αλληλεγγύη και να ενισχύει την αγωνιστική μας διάθεση για διεκδίκηση της παγκόσμιας ειρήνης.

~~~~~~~~~~~~


(**) Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από του μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. 
Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1912 στο Δήμο  Κροκεών πέθανε στις 4 Αυγούστου 1991.
 Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Βιβλία του, Το αγρίμι, Η εκλογή μου: ποιήματα 1933-1991, Οδύνη,



___________
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα",  Μάρτιος 2018.



Αρχαιολογία «παλαιά» και «νέα»

  Αρχαιολογία πορεία προς τη γνώση 


Του καθηγητή Πέτρου Θέμελη
Η αρχαιολογία ως ιστορική επιστήμη ασχολείται όχι μόνο με την παρουσία του ανθρώπου στο παρελθόν, αλλά και με την ανασύνθεση γενικά της νοητικής εικόνας αυτού του παρελθόντος. Την εικόνα αυτή, όπου απεικονίζεται η ζωή και ο πολιτισμός του ανθρώπου, την κατασκευάζουν οι αρχαιολόγοι βασισμένοι στις πηγές και τα δεδομένα των ανασκαφών ακολουθώντας ορισμένη επιστημονική οπτική και μεθοδολογία. 
Η αρχαιολογία είναι πορεία προς τη γνώση, η οποία περιέχεται στο «τέχνεργο» (= κάθε μορφής υλικό κατάλοιπο, δημιούργημα του ανθρώπου του παρελθόντος). Δεν περιορίζεται δηλαδή στην αποκάλυψη, περιγραφή, ταξινόμηση των «τέχνεργων», αλλά βαδίζει προς την ουσιαστική σύλληψή τους. Προσπαθεί να χρησιμοποιήσει  την «επιστημονική εξήγηση» μέσα στο ευρύ πεδίο της ανθρώπινης ιστορίας και μ’ αυτό τον τρόπο να εξερευνήσει συστηματικά την οργάνωση και την εξέλιξη του πολιτισμού, καθώς και τους παράγοντες των μεταβολών του. Είναι προφανές ότι για να εκπληρωθεί ο στόχος αυτός της αρχαιολογίας υπάρχει ανάγκη στέρεης θεωρητικής βάσης.
HARD KAI SOFT ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
Τον 19ο αι. ο θετικισμός υποστήριζε ότι οι θετικές επιστήμες, αλλιώς «σκληρές» (hard) σε αντιπαραβολή με τις επιστήμες του ανθρώπου, που θεωρούνται «μαλακές» (soft) αξίζουν περισσότερο  να φέρουν το όνομα της επιστήμης, γιατί μπορούν να γενικεύουν αυτό που ισχύει για περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων και κατά συνέπεια να διατυπώνουν νόμους με απεριόριστη ισχύ. Η αναγωγή νόμων από τις επιστήμες αυτές είναι δυνατή, γιατί το φυσικό γεγονός επαναλαμβάνεται, αποδεικνύεται πειραματικά στο εργαστήριο (όχι βέβαια αυτό το ίδιο, αλλά ένα όμοιό του). Κάτι τέτοιο στις ανθρωπιστικές επιστήμες (συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας και της αρχαιολογίας) δεν είναι δυνατό, γιατί το αρχαιολογικό, όπως το ιστορικό γεγονός είναι μοναδικό και μη επαναλαμβανόμενο. Είναι τόσο σύνθετο και περίπλοκο και παρεμβάλλονται στη δημιουργία του τόσοι παράγοντες (κοινωνικοί, οικονομικοί, γεωγραφικοί, πολιτικοί, θρησκευτικοί), ώστε στην πράξη είναι αδύνατη η αναπαραγωγή του. 
Αυτή η συλλογιστική έφτασε να αμφισβητεί την αρχαιολογία ως επιστήμη. Υποστηρίχτηκε ότι αρκεί για ένα συνεπή αρχαιολόγο, να περιγράφει απλώς πιστά και με ακρίβεια το εμπειρικό υλικό του. Η διαδικασία αυτή είναι φυσικά απόλυτα αναγκαία στην αρχαιολογική έρευνα, αποτελεί ωστόσο το πρώτο μόνο στάδιο προσέγγισης που περιλαμβάνει την καταλογογράφηση και την ταξινόμηση, την φορμαλιστική δηλαδή φάσης εργασίας (αλλιώς φάση συλλογής-ανθολόγησης). Αποκλείεται δηλαδή ο αρχαιολόγος από τη δεύτερη ουσιαστική φάση της δουλειάς του, τη λεγόμενη και σημειολογική, που περιλαμβάνει την εξήγηση, την ερμηνεία των αρχαιολογικών «αντικειμένων».
Η αρχαιολογία ωστόσο πρέπει να προχωρεί στην ανακάλυψη των κανόνων ή και των νόμων που διέπουν το αντικείμενό της. Για την κατανόηση του μοναδικού και ανεπανάληπτου αρχαιολογικού γεγονότος χρησιμοποιούμε άλλωστε λέξεις-νοήματα-σημεία, όπως άγαλμα, ναός, συνοικισμός, οχύρωση, ταφικό μνημείο ή και άλλες όπως στρώμα καταστροφής που δεν εκφράζουν μόνο το συγκεκριμένο σε χρόνο και τόπο γεγονός ή «αντικείμενο», αλλά και πολλά άλλα μαζί με τις ίδιες βασικές ιδιότητες. Κάνουμε νοητικά αφαίρεση στοιχείων, δεχόμαστε δηλαδή την ύπαρξη κοινών χαρακτηριστικών που συνθέτουν την έννοια, την ιδέα αν θέλετε, του αρχαιολογικού γεγονότος ή αντικειμένου. Τέτοιου είδους αφαιρέσεις και γενικεύσεις σημασιολογικού τύπου είναι ουσιώδης προϋπόθεση για κάθε διαδικασία σκέψης και για κάθε μορφή επικοινωνίας.
Οι αρχαιολόγοι ενδιαφέρονται οπωσδήποτε άμεσα για το ατομικό και συγκεκριμένο, ξεπερνούν ωστόσο αναγκαστικά το στάδιο της περιγραφικής επιφανειακής παρουσίασης των πραγμάτων, διευκρινίζουν έννοιες, χρησιμοποιούν ειδικούς όρους, κάνουν τυπολογικές κατατάξεις, προχωρούν τέλος σε γενικεύσεις, διατυπώνουν θεωρίες και σπανιότερα νόμους με ευρύτερη ισχύ. Αυτός είναι ο παραδοσιακός τρόπος προσέγγισης, η επαγωγική ή εμπειρικο-υποθετική μεθοδολογία, που οδηγεί σε τελικά συμπεράσματα με βάση το εμπειρικό υλικό, προχωρεί δηλαδή από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο.
 
ΚΟΙΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Η νέα αρχαιολογία, από τη δεκαετία του ΄60 και δω, πίστεψε προς στιγμήν ότι έκανε μια μεθοδολογική επανάσταση, ακολουθώντας τον αντίθετο από τον προηγούμενο δρόμο προσέγγισης και εφαρμόζοντας τη λεγόμενη υποθετικο-παραγωγική μέθοδο στην αρχαιολογική σκέψη. Ξεκινά από υποθέσεις-θεωρίες (περιορισμένου ή γενικότερου χαρακτήρα), δοκιμάζοντας την αντοχή τους και εξετάζοντας την ορθότητά τους πάνω στο εμπειρικό υλικό των ανασκαφών και των πηγών. Προηγείται η υπόθεση (explanans) και ακολουθεί η διαδικασία της εξήγησης του γεγονότος (explanandum).
Η υποθετικο-παραγωγική μέθοδος δεν είναι όμως τόσο καινούργια, ούτε βέβαια επαναστατική, όπως θέλουν να τη χαρακτηρίζουν ορισμένοι «μοντέρνοι» αρχαιολόγοι. Η θεωρητική και μεθοδολογική απόσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη νέα αρχαιολογία είναι συχνά ανύπαρκτη. Τα προβλήματα είναι κοινά και στις δύο. Συνειδητά ή ασυνείδητα, όλοι ακολουθούμε όχι μόνο την παραδοσιακή, αλλά και τη νέα μεθοδολογία, προκατασκευάζουμε διανοητικά μοντέλα για την εξήγηση, την ερμηνεία των παρατηρήσεών μας.
Σύμφωνα με τον Γάλλο θεωρητικό Gardin, με τη νέα αρχαιολογία βρήκαμε απλώς ένα καινούργιο φορμαλιστικό τρόπο να μιλάμε, ο οποίος εντυπωσιάζει περισσότερο με την σχολαστικότητά του παρά με τη γονιμότητα και το ουσιαστικό περιεχόμενό του. Ακόμα και ο αμερικανός Binford, που θεωρείται πρωτοπόρος στην επανεισαγωγή της υποθετικο-παραγωγικής μεθόδου ως «θαυματουργού εργαλείου» της αρχαιολογικής σκέψης, έχει σε νεότερα γραπτά του αναθεωρήσει τις προηγούμενες θέσεις του. Η παραδοσιακή αρχαιολογία στις δόκιμες περιπτώσεις της μπορεί να είναι πιο ουσιαστική από τη «νέα» και χωρίς να χρησιμοποιεί το μοντέρνο λόγο.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στην αρχαιολογία δεν υπάρχουν ή δεν μπορεί να συνταχθούν νόμοι με απεριόριστη ισχύ του τύπου «η παροχή θερμότητας εξατμίζει το νερό», γιατί το  αρχαιολογικό γεγονός, όπως και το ιστορικό, είναι σύνθετο, πολύπλοκο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, όπως όλα τα ανθρώπινα. Ο αιώνας μας ωστόσο έχει άλλη αντίληψη για το νόμο και την επιστήμη, λιγότερο άκαμπτη από όσο στο πρόσφατο παρελθόν.  Η ίδια η φυσική δεν στηρίζεται στην αυστηρή αιτιοκρατία (ντετερμινισμό), αλλά και στη στατιστική, όπου η πιθανότητα παίζει το ρόλο της. 
Παρά τον κλονισμό του απόλυτου ντετερμινισμού δεν παύουν βέβαια να διατυπώνονται νόμοι να γίνονται γενικεύσεις, όπου αυτό είναι δυνατό. Στις επιστήμες του ανθρώπου, όπου ανήκει και η αρχαιολογία, ο τυχόν νόμος που θα διατυπωθεί έχει αναγκαστικά στατιστικο-πιθανολογικό χαρακτήρα, μπορεί να ισχύει δηλαδή για ένα μέγεθος που δεν είναι σταθερό, ούτε παγκόσμιο φυσικά, αλλά πιθανό και σε κάθε περίπτωση μετρήσιμο στατιστικά.  
Είναι γενική η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει μια μοναδική και ευρύτατα αποδεκτή απάντηση στα ερωτήματα: 
1) Ποια είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος εξήγησης του ανθρώπινου παρελθόντος.
2) Πώς είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί η ισχύς των εξηγήσεων σε σχέση με τα εμπειρικά δεδομένα.
Δεν είναι λοιπόν τόσο απλό, όσο πίστευαν στην αρχή οι οπαδοί της νέας αρχαιολογίας, να δανειστεί κανείς νοήματα και διαδικασίες που χρησιμοποιούν οι επιστημολόγοι και να τα εφαρμόσει απευθείας στα δεδομένα του ανθρώπινου παρελθόντος. Ενα από τα επιτεύγματα πάντως της νέας αρχαιολογίας είναι το γεγονός ότι συνειδητοποιήθηκε ευρύτατα η ανάγκη για θεωρητική βάση. Η συνειδητοποίηση αυτή, που ονομάστηκε πετυχημένα «απώλεια της αθωότητας», αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη.  Οι θεωρητικοί της νέας αρχαιολογίας σήμερα δεν ισχυρίζονται ότι έλυσαν τα προβλήματα, αλλά ότι τα έθεσαν με μεγαλύτερη σαφήνεια.
Ο ΠΑΡΑΓΩΝ «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ», Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Το πρόβλημα της εξήγησης των αρχαιολογικών φαινομένων έχει και μια άλλη διάσταση, που περιλαμβάνει τον ίδιο τον ερευνητή αρχαιολόγο και την παιδεία του. Φυσικά το σχολείο, η δημόσια εκπαίδευση σε όλες της τις βαθμίδες, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς παιδείας, όπου οι αξίες εκπροσωπούνται από το δάσκαλο, τα βιβλία και το πρόγραμμα. Η παιδεία όμως δεν είναι κάτι πάγιο και στατικό, αλλά μεταβαλλόμενο σύμφωνα  με τις επικρατέστερες κάθε φορά ιδεολογικές τάσεις και ανάλογα με τις επιδιώξεις (οικονομικές-πολιτικές) των ομάδων που κρατούν στα χέρια τους την εξουσία. Ειδικότερα η παιδεία του αρχαιολόγου, που μας ενδιαφέρει εδώ (πέρα από τις ειδικές γνώσεις της επιστήμης του) επηρεάζει σε μέγιστο βαθμό το ρόλο του ως μεσολαβητή ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ο τρόπος που θα περιγράψει και θα ερμηνεύσει τα κάθε μορφής κατάλοιπα του ανθρώπινου παρελθόντος και θα κατασκευάσει την νοητική εικόνα που θα μεταδώσει στο παρόν, ώστε να αποτελέσει κτήμα των πολλών και να ενσωματωθεί στη συνειδητή ιστορική μνήμη, εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την παιδεία του. 
Οταν λάβει κανείς υπόψη ότι ο αρχαιολόγος, όπως και οι άλλοι ερμηνευτές των επιστημών του ανθρώπου, μετατρέπει (ή πάντως πρέπει να μετατρέπει) το υλικό των ανασκαφών και των πηγών σε ιστορικό προϊόν, σε πραγματικό πολιτιστικό αγαθό που εκπολιτίζει και μετασχηματίζει το παρόν, τότε καταλαβαίνει κανείς καλύτερα πόση σημασία έχει η παιδεία του, που έχει διαμορφώσει και την προσωπικότητά του. 
Η αρχαιολογική, όπως και κάθε έρευνα, δεν είναι πια, όπως όλοι ξέρουμε, πάρεργο των πολλών, αλλά επάγγελμα που απαιτεί εξειδίκευση, συλλογική διεπιστημονική εργασία, οικονομικά μέσα, ειδικές βιβλιοθήκες, διεθνή ενημέρωση. Η Πολιτεία και το σύστημα που παρέχουν ή όχι στον αρχαιολόγο αυτά τα μέσα, που του εξασφαλίζουν ή όχι την ελευθερία του, επηρεάζουν με τη σειρά τους άμεσα τις προσωπικές ικανότητες καθώς και τις διαθέσεις του αρχαιολόγου, όπως και κάθε ερευνητή. Τις επιλογές του μπορεί ακόμα να τις περιορίζει στα ερευνητικά κέντρα, στα ΑΕΙ ή τις Υπηρεσίες, όπως η Αρχαιολογική, μια δεσπόζουσα ομάδα, στην οποία για να εισχωρήσει, να αναγνωρισθεί και να αναδειχθεί, όπως συνήθως λέμε, ή να ασκήσει και αυτός κάποιας μορφής εξουσία, αναγκάζεται να υιοθετήσει τη δική της μεθοδολογία και τι δικές της κατευθύνσεις, έστω και αν στο βάθος τις απορρίπτει.  Τέτοιου είδους δεσμεύσεις ή και άλλης μορφής υποχωρήσεις και συμβιβασμοί αποβαίνουν φυσικά σε βάρος της πνευματικής του ακεραιότητας και ελευθερίας, και αναπόφευκτα και της υπηρεσιακής κι επαγγελματικής προσφοράς του.  Ο βαθμός αντίστασης σ’ όλες αυτές τις εξωτερικές επιδράσεις και πιέσεις εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την παιδεία του. 
___________

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Αφιερωμένες στον Ν. Γκάτσο οι φετινές εκδηλώσεις στις Πρέσπες

ΕΥ ΖΗΝ / Τρίτη 22 Αυγούστου 2017,

Aφιέρωμα στον ποιητή και στιχουργό Νίκο Γκάτσο 
[ Γεννήθηκε  στην Ασέα Αρκαδίας το 1911 και πέθανε το 1992 στην Αθήνα ]

Συναυλίες στο νησάκι του Αγ. Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα, νεανικά σχήματα στην πόλη της Φλώρινας, μουσικές εκδηλώσεις Αμύνταιο αλλά και στην παραλία της λίμνης Βεγορίτιδας στον Αγ. Παντελεήμονα, περιέχονται στο φετινό πρόγραμμα των εκδηλώσεων «Πρέσπες 2017». Το μακροβιότερο πολιτιστικό Φεστιβάλ που γίνεται στην περιφέρεια, κλείνει φέτος τα 28 του χρόνια και, όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δημιουργός του και καλλιτεχνικός διευθυντής του Οργανισμού των Πρεσπών, Γιώργος Λιάνης, οι εργασίες προετοιμασίας των συναυλιών τόσο στο νησάκι του Αγ. Αχιλλείου όσο και στη λίμνη Βεγορίτιδα στον Αγ. Παντελεήμονα και στην πόλη της Φλώρινας έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί.


Κεντρικό θέμα των φετινών εκδηλώσεων είναι το αφιέρωμα στον ποιητή και στιχουργό Νίκο Γκάτσο με μια μεγάλη συναυλία που θα γίνει το Σάββατο 26 Αυγούστου στον Αγ. Αχίλλειο. Ο Μανώλης Μητσιάς, που ερμήνευσε πρώτος τα περισσότερα τραγούδια του ποιητή και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη θα παρουσιάσουν στο κοινό το πορτρέτο αυτής της σπουδαίας μορφής των Γραμμάτων μέσα από στίχους και κείμενα του ιδίου και άλλων, σε επιμέλεια της Αγαθής Δημητρούκα.
Θα ακουστούν τραγούδια σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, από «Αθανασία», «Της γης το χρυσάφι», «Χειμωνιάτικος ήλιος», καθώς και από τη συνεργασία του ποιητή με άλλους συνθέτες όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Δήμος Μούτσης, Λουκιανός Κηλαηδόνης.
Οι εκδηλώσεις θα ξεκινήσουν την Τετάρτη το απόγευμα στο Αμύνταιο όπου παρουσιαστεί το βιβλίο για τη ζωή του Έλληνα ποδοσφαιριστή Μίμη Δομάζου, ο οποίος θα τιμηθεί από τον ιστορικό αθλητικό σύλλογο «Ερμή» Αμυνταίου, ενώ ο ίδιος θα δωρίσει στην δημόσια Βιβλιοθήκη της πόλης, μια φανέλα από την προσωπική του συλλογή, με τις υπογραφές όλων των παικτών που έπαιξαν στο Γουέμπλεϊ.
Την Πέμπτη 24 Αυγούστου η Ηρώ Σαΐα, σε μια συναυλία που οργανώνουν από κοινού ο Οργανισμός των εκδηλώσεων «Πρέσπες» και ο δήμος Αμυνταίου στον αύλειο χώρο της νέας δημοτικής βιβλιοθήκης «Γιώργος Λιάνης», θα τραγουδήσει Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Μαρκόπουλου, Μίκη Θεοδωράκη και Σταύρο Ξαρχάκο.
Την Παρασκευή 25 Αυγούστου θα υπάρξει μουσική βραδιά στο Αμύνταιο με το νεανικό συγκρότημα «Μέλισσες». Το Σάββατο 26 Αυγούστου θα λάβει χώρα η μεγάλη συναυλία αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο με τους Μανώλη Μητσιά και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον Αγ. Αχίλλειο. Την Κυριακή 27 Αυγούστου το βράδυ στις όχθες του ποταμού Σακουλέβα στη Φλώρινα θα υπάρξουν συναυλίες με νεανικά μουσικά, χορευτικά συγκροτήματα και καλλιτέχνες από τη Φλώρινα και το Μοναστήρι (Bitola) ενώ η τραγουδοποιός Γιώτα Γιάννα με τη φυσαρμόνικά της θα κλείσει τη βραδιά.
Οι εκδηλώσεις των Πρεσπών θα κλείσουν με μουσική λαϊκή βραδιά με την Πάολα, που θα γίνει τη Δευτέρα 28 Αυγούστου στην παραλία του Αγίου Παντελεήμονα στη λίμνη Βεγορίτιδα.
«Δεν πίστεψα ότι οι εκδηλώσεις θα διαρκούσαν τόσο πολύ στο χρόνο και θα κρατούσαν σχεδόν μισή ζωή», ανέφερε ο Γιώργος Λιάνης, ενώ εξομολογήθηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι ήδη δουλεύει εντατικά για τα επόμενα Πρέσπεια που «θα είναι αφιερωμένα στον εμφύλιο αφού το 2018 κλείνουν 70 χρόνια από το κορυφαίο γεγονός που τραυμάτισε τη χώρα και πιο πολύ ακόμη την περιοχή της Πρέσπας».
____________
 Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Κώστας Καρυωτάκης 1896 – 1928

[ Τρίπολη 1896 – Πρέβεζα 1928 ]


Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.
Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.
Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».


Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] 
Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.
Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Gala
[Είμαστε Κάτι…]
Άνοιξη
Δημόσιοι Υπάλληλοι
Δον Κιχώτες
Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο
Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον
Θάνατοι
Ιδανικοί Αυτόχειρες
Κυριακή
Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον
Μόνο
Μπαλάντα στους Άδοξους Ποιητές των Αιώνων
Ο Μιχαλιός
Πρέβεζα
Σε παλαιό συμφοιτητή
Ύπνος
Ωχρά Σπειροχαίτη


ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Η ιστορία του επωνύμου "Καρυωτάκης-Καρυωτάκη"

____________

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Το πρώτο Διεθνές Βραβείο ποίησης, στον Διεθνή διαγωνισμό «ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» πήρε το ποίημα «Η Κερκόπορτα» της Ελένης Ηλιοπούλου - Ζαχαροπούλου

   ΠΟΙΗΣΗ   


Το ποίημα «Η Κερκόπορτα» της Ελένης Ηλιοπούλου - Ζαχαροπούλου πήρε το πρώτο Διεθνές Βραβείο ποίησης, στον Διεθνή διαγωνισμό «ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ».  Ήταν 410 επιλεγμένα ποιήματα από τη Ελλάδα και από ξένες χώρες με κριτές Ελληνιστές και Ελληνες. Η «Κερκόπορτα» είναι από την ποιητική Συλλογή «Βεβαιότητες που Λιγοστεύουν», «Οι Εκδόσεις των Φίλων» Αθήνα 2016. 

* Διαβάστε περισσότερα για το ποιητικό έργο της συμπατριώτισσας μας και ποιήτριας Ελένης Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου  εδώ 
~~~~~~~~~~~ 

* Η Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου γεννήθηκε στα Τρόπαια Γορτυνίας.Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ἀκαδημία Τριπόλεως και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Γράφει, Ποίηση, Δοκίμιο - Κριτική. Διακρίσεις: Βραβεῖο «Ματράγκα» τῆς «ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ» 2005 (Γιά τήν καλύτερη ἔκδοση λυρικῶν ποιημάτων τῆς ποιητικῆς Συλλογῆς Ὑφαίνοντας Ἄνεμο 2004, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων). 



~~~~~~~~~~~
Τα θερμά μας συγχαρητήρια στην εκλεκτή συμπατριώτισσα μας Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου για μια ακόμα διεθνή διάκριση που απέσπασε και που μας κάνει περήφανους σε μια εποχή γενικότερης κατήφειας που ζούμε. Αντίδοτο για όλα αυτά είναι η ποίηση που μας δίνει ψυχική και πνευματική ανάταση. 
Πάνος Σ. Αϊβαλής
δημοσιογράφος

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Η Πρέβεζα του Κώστα Καρυωτάκη

   ΠΟΙΗΤΕΣ & ΠΟΙΗΣΗ   


Εκατό χρόνια από την έναρξη της ποιητικής διαδρομής του Κώστα Καρυωτάκη, το BHMAgazino εισέρχεται στη διατηρητέα τελευταία οικία του μεγάλου ποιητή και εξετάζει το ενδεχόμενο της δημιουργίας μουσείου στη μνήμη του

Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη
 γράφει ο Νικόλαος Μπάρδης
Εκείνη την ημέρα ξύπνησε αργά, αλλά αποφασισμένος. Τα βήματά του ήταν βαριά, ένιωθε έναν κόμπο στον λαιμό... Κατά τις 2 μ.μ. ο Καρυωτάκης ξεκίνησε από το σπίτι του και ένα μισάωρο αργότερα βρέθηκε στο παραλιακό καφενείο «Ο ουράνιος κήπος», ιδιοκτησίας τότε Διονυσίου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε, γιατί ο ποιητής, προτού φύγει, του άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν μόλις 5 δραχμές. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί, όπου έγραψε τις τελευταίες του σημειώσεις.

Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε, μεταξύ άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα δέκα ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, στις 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από τον «Ουράνιο κήπο» της Βρυσούλας προς το Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Εριξε μια ύστατη ματιά στην προκυμαία και έπειτα ξάπλωσε με βουρκωμένα μάτια κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με ένα περίστροφο τύπου Pieper Bayard 9 χλστ., αφού σημάδεψε στην καρδιά. Ο ήχος του πυροβολισμού τάραξε τη μεσημεριανή ησυχία της Πρέβεζας. Η τότε χωροφυλακή κατευθύνθηκε προς το σημείο, όπου εντόπισε τον Καρυωτάκη και τράβηξε μια φωτογραφία της σορού, στην οποία φαίνεται κουστουμαρισμένος, με ψαθάκι και με το πιστόλι στο χέρι, τοποθετημένο στο στήθος.


Εναν μήνα νωρίτερα, στις 18 Ιουνίου 1928, ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι, κατόπιν δυσμενούς μετάθεσης. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρέβεζας, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, όταν ήταν νομάρχης ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης. Ο Κώστας Καρυωτάκης, ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα επιβλητικό διώροφο κτίριο με κήπο, στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που δυστυχώς σήμερα έχει γκρεμιστεί.
Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Καρυωτάκης βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Το κτίριο διατηρείται ανέπαφο, ενώ στο εσωτερικό του υπάρχουν ακόμη ορισμένα έπιπλα και αντικείμενα που χρησιμοποίησε ο αυτόχειρας ποιητής. Κάποιες πολυθρόνες, ένα σιδερένιο κρεβάτι, μια σερβάντα, ένας στρογγυλός καθρέφτης με είδη ξυρίσματος, μια ξυλόγλυπτη ντουλάπα, ένα κοστούμι και μια δερμάτινη βαλίτσα είναι ό,τι άφησε πίσω του. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα, ενός δωματίου τότε, παραχωρούνταν από τη Νομαρχία της πόλης σε όποιον πήγαινε να εργαστεί εκεί από άλλη περιοχή. «Σήμερα το δώμα όπου έμενε ο Καρυωτάκης έχει χωριστεί με μια μεσοτοιχία σε δύο υπνοδωμάτια», όπως μου έδειξε η κυρία Σοφία Λελόβα, η σημερινή ιδιοκτήτρια του σπιτιού.
«Στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά τον θάνατό του δεν ήξερα ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξα» δήλωνε συγκλονισμένη η τότε σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, σε ντοκιμαντέρ-έρευνα του Φρέντυ Γερμανού που προβλήθηκε το 1981 στη δημόσια τηλεόραση. Επίσης δήλωσε ότι «είχε τρία κοστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι, και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα». Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και η τωρινή κάτοχος του σπιτιού, Σοφία Λελόβα, που έμαθε από τη μητέρα της πολλά πράγματα για τον Καρυωτάκη. Μεταξύ άλλων, μου εκμυστηρεύτηκε ότι «ο Καρυωτάκης δεν είχε καλές σχέσεις με τους Πρεβεζάνους, και το καλοκαίρι που βρέθηκε στην πόλη ήρθε σε ρήξη με τον τότε νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων». Ετσι, ο ποιητής προσπαθούσε να αποφύγει τις συναναστροφές με τους ντόπιους και προτιμούσε να περνάει περισσότερο χρόνο μόνος του, γράφοντας. «Ολη την ώρα έγραφε, σαν να μη στέρευαν οι σκέψεις του».
Απέναντι ακριβώς από το σπίτι όπου έμενε στην Πρέβεζα βρισκόταν ένα μαγειρείο το οποίο ανήκε στην οικογένεια που του νοίκιαζε το σπίτι. Εκεί πήγαινε για να γευματίσει, και πάντα μαζί του είχε ένα χαρτί για να καταγράφει τις ιδέες του. Εκτός όμως από την ταβέρνα αυτή, «ο Καρυωτάκης πήγαινε στο κουρείο του Σταμουλάκη», όπως μου είπε χαρακτηριστικά ο κ. Τιμολέων Βέσκας, ο παλαιότερος κουρέας της Πρέβεζας, που εξακολουθεί να λειτουργεί το κουρείο του πατέρα του που άνοιξε το 1920 στο Σεϊτάν Παζάρ, λίγα μόλις μέτρα από την οικία όπου είχε καταλύσει ο Καρυωτάκης. Ο ποιητής μετά το τέλος της δουλειάς του έκανε περιπάτους στην παραλία της Πρέβεζας, παρατηρούσε τα πλοία που κατέφθαναν στο λιμάνι και με περιέργεια κοίταζε τι σημαία κρεμόταν στο κατάρτι τους.
«Ολα όσα έγραψε στα ποιήματά του αποτύπωναν ακριβώς την τότε πραγματικότητα της Πρέβεζας» μου είπε χαρακτηριστικά ο γιος της κυρίας Λελόβα, Τηλέμαχος. Στο ποίημά του με τίτλο «Πρέβεζα» φωτογραφίζει την καθημερινότητα της μικρής αυτής πόλης στις αρχές του 20ού αιώνα. Οταν έγραφε «Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια», εννοούσε τις κουρούνες, τα γνωστά μαύρα πτηνά που κάθονταν επάνω στις στέγες των σπιτιών και τις έκαναν να δείχνουν καρβουνιασμένες. Και στη συνέχεια έγραφε: «Θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται, καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια», έχοντας σαν εικόνα την ταβέρνα απέναντι από το παράθυρο του δωματίου του. Η άποψη, λοιπόν, που θέλει τον Καρυωτάκη να απεχθάνεται την Πρέβεζα δεν ισχύει. «Εκείνος απλώς έγραφε στα ποιήματά του αυτά που έβλεπε». Στους ιδιοκτήτες του σπιτιού, μάλιστα, εξέθετε καθημερινά τις εντυπώσεις του από τους περιπάτους του στην πόλη και από τα όμορφα μέρη που επισκέπτονταν. Ομως, η μοναξιά, η αρρώστια και οι κόντρες που είχε στη δουλειά τον έκαναν απόμακρο, σχεδόν αόρατο.
Τα βράδια στεκόταν στο πλατύ περβάζι του δωματίου του, και χαζεύοντας το στενό, τις μπουκαμβίλιες και τον νυχτερινό ουρανό, ψιθύριζε στίχους από το «Βράδυ». Και όσο περνούσε ο καιρός και γινόταν καλοκαίρι, ενώ η διάθεση όλων γινόταν πιο ανάλαφρη, και ο κόσμος έβγαινε στις παραλίες και τα μαγαζιά, εκείνος κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του και σκοτείνιαζε. «Στις 20 Ιουλίου ο Καρυωτάκης πήγε και αγόρασε ένα πιστόλι από το μαγαζί του Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Χωρίς λοιπόν να χάσει χρόνο, την επόμενη κιόλας ημέρα έβαλε τελεία στη δική του ιστορία, και ο κόσμος έχασε έναν σπουδαίο λογοτέχνη, η ιδιαίτερη γραφή του οποίου απέκτησε και μιμητές δημιουργώντας βραχύβια μόδα μετά τον θάνατό του (Καρυωτακισμός, 1928-1935).
Πριν από 100 ολόκληρα χρόνια, το 1917, ο Κώστας Καρυωτάκης αποφοιτούσε γεμάτος όνειρα από τη Νομική Σχολή των Αθηνών, ενώ την ίδια περίοδο δημοσίευε με ζήλο τα πρώτα του ποιήματα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, όπως η «Ακρόπολη». Εναν αιώνα από την έναρξη της συγγραφικής του δραστηριότητας, έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της αναστήλωσης και ανάδειξης της τελευταίας του οικίας στην Πρέβεζα. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος της πόλης επανήλθε με νέο αίτημα προς τον δήμαρχο, προκειμένου να αξιοποιηθεί αυτό το στολίδι στην καρδιά της Πρέβεζας, πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των ιδιοκτητών. «Εμείς είμαστε διατεθειμένοι να συνεργαστούμε με τον δήμαρχο, και μπορούμε να παραχωρήσουμε μέρος της οικίας για να γίνει μουσείο, αρκεί όμως πρώτα να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες, έτσι ώστε να αποκατασταθεί ο χώρος και να εξασφαλιστεί η ήρεμη διαβίωσή μας» αναφέρει σχετικά ο Τηλέμαχος, που μεγάλωσε σε αυτό το ιστορικό σπίτι. «Δυστυχώς, όμως, κανένας τόσα χρόνια δεν ενδιαφέρθηκε για αυτό το σπίτι και την ιστορία που κουβαλάει στο εσωτερικό του, και σήμερα κοντεύει να γκρεμιστεί από την αδιαφορία των ιθυνόντων. Με την παροχή μιας μικρής βοήθειας η πόλη θα αποκτούσε ακόμη ένα αξιοθέατο και εμείς θα ζούσαμε αξιοπρεπώς».
Λίγα μόλις μέτρα από την αυλόπορτα του γραφικού αυτού διώροφου βρίσκεται η προτομή του Καρυωτάκη. «Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει / από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής, / κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει / νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --», όπως έγραφε στο ποίημά του με τίτλο «Αισιοδοξία», κι ας ελπίσουμε πως όλα σύντομα θα πάρουν τον δρόμο τους.


_________

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 3 Ιουνίου 2017.

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Προσέληνοι Αρκάδες Όταν δεν υπήρχε η Σελήνη....


Αρκαδία Μαγική





Προσέληνοι Αρκάδες 
Όταν δεν υπήρχε η Σελήνη 
Ενδείξεις από αναφορές σε αρχαία ελληνικά κείμενα μας λένε ότι κάποτε η Σελήνη δεν υπήρχε στον ουρανό. Και μάλιστα για να δηλώσουν την πανάρχαια εποχή που ιδρύθηκε η Λυκόσουρα, στην ορεινή Αρκαδία της Ελλάδας, η πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου στη Γη, λένε ότι «ιδρύθηκε τότε που δεν υπήρχε Σελήνη στον Ουρανό». 
Γενικά τους αρχαίους Αρκάδες τους αποκαλούσαν «προσέληνους», επειδή υπήρξαν στην περιοχή αυτή πριν εμφανιστεί η Σελήνη στον ουρανό.
-«Προσέληνοι οι Αρκάδες και προσεληνίς το θηλυκόν», γράφει ο Στέφανος Βυζάντιος.
-«Αι νύμφαι της Αρκαδίας απεκαλούντο και αυτές προσελήνιδες», αναφέρει το λεξικό του Ησυχίου Αλεξανδρέως.
-«Προσέληνοι Ηρόδοτος τους Αρκάδας ούτω λέγει, τουτέστιν αρχαίους προ της σελήνης», γράφει το λεξικό του Σουίδα.
-Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου: «Αρκάδες οι και πρόσθε σεληναίης υδέονται ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν...».
Ο Απολλώνιος αναφέρεται σε μία εποχή στην οποία «δεν υπήρχαν όλες οι ουράνιες τροχιές», πριν από τη γενιά του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, δηλαδή πριν τον κατακλυσμό. Τότε που δεν υπήρχε Σελήνη, οι μόνοι άνθρωποι που υπήρχαν ήταν οι Πελασγοί οι οποίοι ζούσαν στα βουνά της Αρκαδίας.
-Ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας δίδασκαν ότι υπήρξε εποχή όπου η Γη δεν είχε τη Σελήνη! 
-Ευστάθιος, εκκλησιαστικός συγγραφέας και φιλόσοφος: «Δοκεί δε φασί, παλαιότατα έθνη Ελλήνων είναι τα Αρκαδικά, διό και προσέληνοι ελέγοντο οι Αρκάδες, όπερ, φασίν, Ίππυς ο Ρηγίνος πρώτον αυτούς εκάλεσε». 
-Οβίδιος «... οι Αρκάδες κατείχαν τη χώρα τους πριν από τη γέννηση του Διός» και «το γένος τους είναι παλαιότερο από την Σελήνη».
-Ο Πλούταρχος που αφήνει υπόνοιες για πανάρχαια κατοίκηση της Σελήνης: «Διά τι τας εν τοις υποδήμασι σεληνίδας, οι διαφέρειν δοκούντες ευγένεια φορούσιν; πότερον, ως Κάστωρ φησί, σύμβολον έστι τούτο της λεγόμενης οικήσεως επί της σελήνης και ότι μετά την τελευτήν αύθις αι ψυχαί την σελήνην υπό πόδας έξουσιν, ή τοις παλαιοτάτοις τουθ' υπήρχε, εξαίρετον, ούτοι δ’ ήσαν Αρκάδες των απ’ Ευάνδρου Προσελήνων λεγομένων».
Οι Αρκάδες πίστευαν, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, πως ήταν οι μόνοι μετά τους Λέλεγες αυτόχθονες κάτοικοι της Ελλάδας.
Γενάρχη τους θεωρούσαν τον Πελασγό, γιο του Δία, και καυχιόνταν ότι ήταν οι πρώτοι άνθρωποι μετά τον Κατακλυσμό.
Την αντίληψη αυτή συμμερίζονται και επιφανείς ιστορικοί της αρχαιότητας, από τον Ηρόδοτο έως τον Ξενοφώντα και τον Θουκυδίδη, αλλά και ο Αριστοτέλης, ο οποίος υποστηρίζει πως η εγκατάσταση των Αρκάδων έγινε πριν από την εμφάνιση της Σελήνης. Ίσως γι’ αυτό ο Παυσανίας βρήκε τους Αρκάδες να αυτοχαρακτηρίζονται προσέληνοι.
Ήδη προ πολλού οι υπόλοιποι Έλληνες αναφέρονταν στους Αρκάδες με την προσωνυμία "Προσέληνοι". Αυτό είχε ως αφορμή "μια ιστορία ότι οι Αρκάδες ζούσαν στις ερήμους τους την εποχή πρίν τη γέννηση του φεγγαριού".
Βέβαια στην ασυνήθιστη δοξασία να ερμηνευτεί διαφορετικά η λέξη "Προσέληνοι", στάθηκε είτε η ονομασία της αρκαδικής φυλής των "Σεληνιτών", είτε το όνομα του βασιλέα Προσελήνου, είτε ότι νίκησαν κάποιους εχθρούς τους πρίν από την ανατολή του φεγγαριού.
Η πρώτη κυριολεκτική ερμηνεία της λέξης "Προσέληνοι", επιβεβαιώθηκε όταν ο Αυστριακός ερευνητής Reitzenstein δημοσίευσε στο φυλλάδιο "Zwei religionsgeschichtliche Fragen", ένα απόσπασμα της κοσμογονίας των Αρκάδων.
Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου για την κοσμική γέννηση της Αρκαδίας:
"Δεν υπήρχε ακόμα ο κύκλος του Ήλιου, ούτε η Σελήνη τίναζε τα ηνία των βοδιών που σέρνουν τα πόδια τους. Έρεε μόνο η νύχτα ακατάπαυστα, χωρίς ημέρα, λάμποντας με λεπτές ακτίνες των άστρων. Με τούτα κατά νου πήγαινε ο Ερμής μέσα στον χλωμό αέρα, αλλά όχι μόνος, αφού δίπλα του ήταν και ο καλός του γιός ο Λόγος, κοσμημένος με ευκίνητες φτερούγες, πάντα αληθής, με την αγνή πειθώ στα χείλη που δεν λένε ψέματα, γοργός αγγελιοφόρος του καθαρού νοήματος του πατέρα του.
Μαζί του κατεβαίνει στη γη ο Ερμής, ο ρυθμιστής του σύμπαντος. Μαζί του περνάει όλη τη γη κοιτάζοντας την προσεκτικά, για να βρεί τόπο όπου θα κτίσει την Πόλη, γεμάτη άφθονα δώρα, η οποία μετά την ίδρυσή της θα είναι αντάξια να δεκτεί το ανθρώπινο γένος στα λαμπρά τείχη της.
Αλλά δεν κατηύθυνε την πορεία του ο Ερμής πρός τις παγερές 'Αρκτους ψάχνοντας τη μοιραία γη, αφού εκεί-το ήξερε- βαθύς αέρας τυλίγει τη γη με το βαρύ σκέπασμά του, βεβαρημένος με χιόνια, χτυπημένος από θύελλες,ήξερε ότι το χώμα εκεί είναι άγονο, σκεπασμένο με παγερή πάχνη και ανίκανο να τρέφει το ανθρώπινο γένος. Ούτε πρός νότο κατηύθυνε την πορεία του, στις πυρπολημένες άκρες της γης ψάχνοντας για ωραίο τόπο, αφού ήξερε ότι στερημένο από τα νερά δεν γεννά ούτε τα χόρτα, ούτε τα ζώα το χώμα του. Ότι βροχερά σύννεφα δεν στέφουν εκεί τα άδεια ύψη, ότι πάνω από τους όγκους των βράχων, πάνω από τις ξηρές άμμους ασάλευτος απλώνεται ο καυτός αέρας που δεν γνωρίζει δροσερό ίσκιο.
" Άρα οι δύο ήπειροι, σκέφτηκε, υπάρχουν στον κόσμο μας-η μια είναι γεμάτη πάγους, η άλλη-άκρατης ζέστης. Η μια γειτονεύει με την 'Αρκτο, η άλλη-με καυτή φωτιά, καμία απ΄αυτές δεν είναι ικανή να δεκτεί το γένος πολυάριθμων ανθρώπων. Στη μέση όμως υπάρχει ένα νησί που τώρα το σκέπασαν τα βουνά, που αφού θ΄ανοίξουν, θα δεκτούν πόλεις και χωριά των θνητών, θα δεκτούν και τις ζωοδότρες ροές των ποταμών που είναι παιδιά του Ωκεανού."
Αυτά τα βουνά τα χάρισε στις νύμφες, που εξουσιάζουν τις βοσκές και μετά άγγιξε το πιό ψηλό απ΄αυτά με τη ράβδο του. Από το φαράγγι ξεπήδηξε ο Λάδωνας, την καρποφόρα ιλύ του αμέσως η Αρκαδία την έκρυψε στα σπλάχνα της και μετά, όταν ήρθε η ώρα χάρισε στον κόσμο την πανέμορφη κόρη της, τη Δάφνη...."
"ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΑΚΟΜΑ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΟΥΤΕ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ...", όταν δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος; 
Άραγε αυτό το γένος ήταν πραγματικά ΠΡΟΣΕΛΗΝΟ ;
Είναι χαρακτηριστική η ομολογία του περιηγητή Παυσανία: 
«τις Ελληνικές παραδόσεις του είδους αυτού, όταν άρχισα να γράφω το έργο μου, τις θεωρούσα μάλλον ανόητες, όταν όμως έφτασα στα Αρκαδικά, σχημάτισα τη γνώμη γι' αυτές πως τον παλιό καιρό οι Έλληνες που λογαριάζονταν ως σοφοί έλεγαν ό,τι είχαν να πουν με αινίγματα και όχι με σαφείς εκφράσεις» (μεταφρ. Ν. Παπαχατζή).
Όσοι συσχετίζουν το όνομα της Αρκαδίας με τα «άκρα» των ορέων βλέπουν τους κατοίκους της να έλκουν την καταγωγή από τους επιζήσαντες του μεγάλου κατακλυσμού, την καταστροφική μανία του οποίου διέφυγαν οι καταφυγόντες στις υψηλές κορυφές. Όπως και ναχει το πράγμα, ουδείς φαίνεται να αρνείται στους Αρκάδες το «αυτόχθονον» και ιδιαίτερα βαρύνουσες, ως προς αυτό, είναι οι αναφορές Ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών. Την αρχαιότητα της καταγωγής αποδέχεται και ο Αριστοτέλης όταν κάνει λόγο για την εγκατάσταση των Αρκάδων πριν από την εμφάνιση της σελήνης. Η απόδοση στους Αρκάδες του προσωνυμίου «πανσέληνοι» φανερώνει ότι αυτή η πίστη είχε ευρύτατη αποδοχή.
Οι Aρκάδες θεωρούνται οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Πελοποννήσου (Ηροδ. Η73), με πρώτο βασιλιά της χώρας και γενάρχη τον Πελασγό, εξ' ου και Πελασγοί. Κατά μία παράδοση είναι ο Πελασγός ήταν υιός του Δία και της Νιόβης. Κατά μία άλλη παράδοση ήταν βασιλιάς του Άργους και κατά μια τρίτη υιός του Ποσειδώνα, αδελφός του Αχαιού και του Φθίου . 
Οι πρώτοι Πελασγοί ζούσαν σε σπήλαια σε και τρέφονταν από το μυελό των οστών των ζώων που κυνηγούσαν, από χόρτα και ρίζες -πολλές φορές βλαβερά- βλαβερών, και ήταν ήσαν εκτεθειμένοι στις μεταβολές του καιρού. O Πελασγός πρώτοςε δίδαξε τους πρωτόγονους αυτούς για να κατεβούν από τα όρη στις πεδιάδες να κατασκευάσουν καλύβες για να στεγαστούν, νά φορούν ως ενδύματα τα δέρματα των χοίρων, να μη τρώνε τα δηλητηριώδη και βλαβερά χόρτα και τις ρίζες, αλλά «τις βαλάνους της δρυός», γι' αυτό και βαλανηφάγοι ονομάζονταν.
Aυτός εδίδαξε τους υπηκόους του να τρώνε ήμερους καρπούς, να κτίζουν κατοικίες από πελώριους λίθους που είχαν συναρμογή με κολλητική ύλη -τα λεγόμενα Πελασγικά τείχη- να σπέρνουν δημητριακά, να φτιάχνουν ψωμί, να υφαίνουν ενδύματα, να καλλιεργούν τη γη, να διατηρούν κοπάδια και να τρώνε το κρέας και το γάλα τους, τους δίδαξε να κτίζουν πόλεις και να τις περιβάλλουν με τείχη, διαμόρφωσε θρησκευτικές δοξασίες και πολλά άλλα.
Ο Πελασγός κατά τον Αρκαδικό μύθο που αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος «ανεδύθη από την γη» και έγινε γενάρχης των ανθρώπων «πριν από την εμφάνιση της Σελήνης». Γι' αυτό οι Αρκάδες εθεωρούντο «Προσέληνοι» ή «Προσεληναίοι». Για το λόγο αυτό οι αρχαίοι Αρκάδες καμάρωναν ότι δεν ήταν μετανάστες, αλλά αυτόχθονες, απόγονοι του Πελασγού. 
Η μυθολογία εξάλλου, θέλει τους περισσότερους θεούς της αρχαιότητας να έχουν γεννηθεί στα Αρκαδικά βουνά. Η Αρκαδία λεγόταν αρχικά Απία και κατόπιν Πελασγία, ονόματα που δόθηκαν σ' ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αργότερα ονομάστηκε Αρκαδία, από τον γιο της Καλλιστούς (κόρης του Λυκάονα) τον Αρκάδα.
Η Αρκαδία των προχωρημένων ιστορικών χρόνων, όπως και αυτή της εποχής του Παυσανία, δεν συνέπιπτε γεωγραφικά με τη σημερινή Αρκαδία. Εκτεινόταν στα οροπέδια και στα βουνά της κεντρικής Πελοποννήσου και είχε μάλιστα μεγαλύτερη έκταση από την τελευταία. Περιελάμβανε μεγάλο τμήμα της σημερινής νότιας Αχαϊας (περιοχές Καλαβρύτων, Λουσών, Κλειτορίας, ορεινός όγκος Αροάνιων, περιοχή Ψωφίδας και Αφροδίσιο όρος), τμήμα της δυτικής Κορινθίας (περιοχές Φενεού και Στυμφαλίας, όρος Κυλλήνη και περιοχές Σκοτεινής και Αλέας) και τη σημερινή νοτιοδυτική Ηλεία (περιοχές Αλίφειρας, Φιγάλειας και Βασσών, Θεισόας του Λυκαίου και η περιοχή της σημερινής Ανδρίτσαινας). Δεν βρεχόταν πουθενά από τη θάλλασσα και δεν περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Κυνουρίας. Συνόρευε στα ανατολικά με τη Θυρεάτιδα στην περιοχή των Άνω Δολιανών, στα νότια με την Λακωνία στις περιοχές των Βούρβουρων, Ίασου, Καλτεζών και Αίγυος, και στα νοτιοδυτικά με τη Μεσσηνία στις περιοχές των Χιράδων, Χράνων και της κοιλάδας του ποταμού της Νέδας.
Oι Aρκάδες ήταν φημισμένοι για την ευρρωστία τους και το ψηλό τους ανάστημα. O λαός είχε κύρια ασχολία την κτηνοτροφία και ήταν πολεμικός λόγω των συνεχών πολέμων που έκανε για τη διατήρηση της ανεξερτησίας του γι' αυτό και ο Όμηρος λέει ότι γνώριζαν να πολεμάνε και ότι ελάμβανον μέρος ως μισθοφόροι σε ξένους πολέμους. Eπειδή δε η χώρα τους ήταν πτωχή πολλοί εκ τούτων έκτισαν αποικίες σε ξένες χώρες. Κατά δε τον Στράβωνα η ίδια ή πρωτεύουσα τής η Ρώμη ήταν αρχαιότατη αποικία Aρκάδων (Γαλάνης Κ., 1901).
Οι Αρκάδες ήταν χωρισμένοι σε φυλές και για πρώτη φορά παρουσιάζονται ενωμένοι στον πόλεμο της Τροίας (Ιλ. Β' 603-614), όπου πήραν μέρος με επικεφαλής τον βασιλέα της Τεγέας Αγαπήνορα. Επειδή δεν ήταν θαλασσινοί χρησιμοποίησαν τα πλοία που τους διέθεσε ο Αγαμέμνονας. Κατά την επιστροφή από την Τροία ο Αγαπήνωρ κατευθύνθηκε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε στην περιοχή της Πάφου σημαντική αρκαδική αποικία.
Μετά τη σταδιακή εξάπλωση των Δωριαίων στην Πελoπόννησo (11oς-10oς αι.π.Χ.) οι Αρκάδες πήραν ακόμη μέρος στους αγώνες των Μεσσηνίων κατά των Σπαρτιατών, που άρχισαν έντονη επεκτατική πίεση για την κυριαρχία στην Αρκαδία, χωρίς όμως να πετύχουν να την ηγεμονεύσουν, αφού οι Αρκάδες παρά τις διαφωνίες τους είχαν συναίσθηση της φυλετικής και θρησκευτικής τους ενότητας. 

___________
ΠΗΓΗ: hellinikongenos.blogspot.gr